Η Κρήτη ως τόπος συνάντησης γλωσσών Γλωσσικά συναπαντήματα στον κρητικό λαϊκό λόγο

 

«Μια φορά κι ένα ζαμάνι

είχαν οι Τούρκοι ραμαζάνι

κι οι Ρωμιοί σαρακοστή

κι οι γι-Οβραίοι τον πρικύ¹ ,

Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιμένη,

δος τση κλώτσο να γυρίσει

παραμύθι να κινήσει.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα τσ' αφεδιάς σας!»²

 

Το εναρκτήριο αυτό μοτίβο των κρητικών παραμυθιών πλάθει έναν μυθολογικό χρόνο συνύπαρξης των περιόδων νηστείας ή συγκεκριμένης διαίτης των θρησκευτικών ομάδων που συνυπήρξαν στην Κρήτη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, και ανήκει στο χώρο του φαντασιακού των παραμυθάδων της εποχής, ταυτόχρονα όμως σκιαγραφεί την πολυθρησκευτική, πολυγλωσσική και εν τέλει πολυπολιτισμική κοινωνία της Κρήτης σε παλαιότερες περιόδους της ιστορίας της.

Κι αν αυτά τα φαντασιακά συνέβαιναν την Οθωμανική περίοδο (1669-1898) και την περίοδο της Αυτονομίας και της Κρητικής Πολιτείας (1898-1913) – τούτο τεκμαίρεται από τη χρήση των τουρκικών λέξεων ζαμάνι, ραμαζάνι – σε ακόμα παλαιότερες εποχές στην κρητική γη ήρθαν και εγκαταστάθηκαν, προσωρινά ή μόνιμα, έζησαν και ανάπτυξαν πολιτισμό διάφοροι λαοί. Στον ντόπιο πληθυσμό προστέθηκαν Βυζαντινοί, Σλάβοι, Άραβες, Σαρακηνοί, Βενετοί, Εβραίοι, Αρμένιοι, ενώ στα νεότερα χρόνια, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οι όμαιμοι Μικρασιάτες. Φυσικά, δεν πρέπει να λησμονήσουμε την ολιγόχρονη, πλην όμως καταλυτική, περίοδο της επάρατης ιταλογερμανικής κατοχής.

Κι αν όλοι αυτοί οι λαοί ήρθαν και απήλθαν και τελικά η Κρήτη διατήρησε την ελληνικότητά της, τούτο δε σημαίνει ότι το πέρασμά τους δεν άφησε ανεξίτηλα σημάδια στον πολιτισμό του νησιού. Τα υλικά υπολείμματα των πολιτισμών αυτών βρίσκονται, σε ερειπιώδη ή και ακέραια μορφή, διάσπαρτα σε όλη την επικράτεια του νησιού ή καλά φυλαγμένα στα αρχαιολογικά και ιστορικά μουσεία ή τις προσωπικές συλλογές. Από τα άυλα πολιτισμικά στοιχεία – ήθη, έθιμα, αξιακό σύστημα, λόγος – άλλα πέρασαν στη λήθη κι άλλα αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό και μετουσιώθηκαν σε στοιχεία και χαρακτηριστικά του δικού της πολιτισμού, του κρητικού.

Σήμερα θα επικεντρωθούμε στη γλώσσα, την κρητική διάλεκτο ή κρητικό ιδίωμα – δεν θα μας απασχολήσει εδώ τι από τα δυο είναι – θα ανασκάψουμε και θα εντοπίσουμε μέσα σ' αυτήν τα χνάρια της συνύπαρξης, το συναπάντημα ή τη συμπόρευση όλων αυτών των λαών, όλων αυτών των πολιτισμών σε γλωσσικό επίπεδο μέσα από την προφορική παράδοση.

Μετά τη λήξη της αρχαιότητας, οι πρώτοι αλλόγλωσσοι που εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη ήταν οι Άραβες (824-961)³. Τα γλωσσικά κατάλοιπα της αραβοκρατίας είναι αρκετά, παρόλο που είναι δύσκολο στον λαϊκό λόγο να αποδειχτεί η απευθείας σύνδεσή τους με την περίοδο αυτή ή την είσοδό τους κατά την οθωμανική περίοδο ως τουρκικό λεξιλόγιο. Το τοπωνύμιο Χάνδακας (<Rabdh El Khandak) έχει με βεβαιότητα την καταγωγή του σ' αυτή την περίοδο, ενώ τα τοπωνύμια στον Κουμπέ ή στσι Κουμπέδες (<Kubbe), στα Νταμπακαριά (<tabak), στα Μεζάρια (<mezar) έχουν μεν αραβική καταγωγή και επιβιώνουν ως τις μέρες μας, πλην όμως δεν μπορούμε, χωρίς ειδική έρευνα, να ισχυριστούμε ότι πολιτογραφήθηκαν ως ελληνικές την περίοδο της αραβοκρατίας. Τούτο γιατί η τουρκική γλώσσα έχει περισσότερα δάνεια από την αραβική και πιθανολογώ ότι το μεγαλύτερο μέρος των αραβικών λέξεων ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην κρητική ντοπιολαλιά την οθωμανική περίοδο. Στον λαϊκό ποιητικό λόγο συναντάμε συχνά αραβικές λέξεις, που οι περισσότεροι, ακόμα και μελετητές, τις αναγνωρίζουν συλλήβδην ως τουρκικές, όπως στην ακόλουθη περίπτωση:

 

«Χίλιες χιλιάδες κυνηγοί κάνουν έναν αλάι

μα να σε πάρω θέλω 'γώ μόνο με το κολάι»,

 

αλλά και στην ακόμα ποιητικότερη βουκολική σκηνή της πέρδικας που ακολουθείται από τα περδικόπουλά της, στο τραγούδι της νύφης:

 

«..κι όντε περπατεί στο πλάι

πέρδικά 'ναι με τ αλάι».

 

Η αραβική λέξη αλάι, που σημαίνει ακολουθία, πομπή αλλά και στρατιωτική μονάδα, πέρασε στην τουρκική γλώσσα (alay), ενώ η τουρκική λέξη kolay (= εύκολος) αφομοιώθηκε από τους συμπατριώτες μας στον κρητικό ιδιωτισμό «κάνω κολάι» που έχει τη σημασία του φροντίζω, τακτοποιώ («θα κάμω το κολάι μου») αλλά και κατ επέκταση τιμωρώ, σκοτώνω («θα σου κάμω το κολάι σου / θα του κάμω το κολάι ντου»). Σ' αυτά μπορούμε να προσθέσουμε λέξεις της καθημερινότητας όπως αμπέρι < amber (γαζία), αντέτι < adet (η συνήθεια), βερέμι < verem (φυματίωση), ινάτι < inat (πείσμα), καβγάς < kavga, καφάς < kafa (τράχηλος), σοφράς < sofra (τραπέζι), χαέρι / χαΐρι < hayır (ωφέλεια) κλπ. τις οποίες συναντάμε συχνότατα σε μαντινάδες:

 

«Πού ‘σουνε και πού γύριζες, αμπέρι μου κι αθέ μου,

πρεπίδι των παλικαριώ και μαυρομούστακέ μου»⁶ .

 

«Ένας γέρος είχε αμάχη

με τη γρα ντου κι είντα να έχει;

Είχε η γρα έναν αντέτι

από γεννητώντας πρέπει

εαγάπα την ξυσούρα

σαν τη σίτινη κουλούρα…»⁸

 

«Απήτις μ' εβερέμιασες κι ήδεσα το βερέμι,

επήγες κι είπες του γιατρού: άσ' τηνε και δε γιαίνει».⁹

 

«Σαν τα ελένια κάρβουνα, που 'χουν μεγάλη λόχη,

ετσιδά μ έκαψες κι εσύ με το ινάτι από χεις»¹⁰.

 

Η δεύτερη ομάδα αλλόγλωσσων που εγκαταστάθηκε στην Κρήτη ήταν οι Σλάβοι¹¹. Επιστημονικά αξιόπιστη είναι μόνον η χρονολογία του Σύρου ιστορικού Θωμά Πρεσβύτερου, ο οποίος αναφέρει ότι Σλάβοι έρχονται το 934¹². Η άποψη ότι θα ακολουθήσουν και άλλοι το 961, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς επανάκτησε το νησί και επεδίωξε τον εκχριστιανισμό του μετά την απελευθέρωσή του από τους Άραβες, αποτελεί ακόμα αντικείμενο έρευνας για τους ιστορικούς. Σε κάθε περίπτωση, είτε ως κατάλοιπα της μικρής εθνοτικής ομάδας που ήρθε στο νησί, είτε διαμέσου της ελληνικής κάποιες λέξεις σλαβικής προέλευσης, σώζονται στην κρητική διάλεκτο¹³.

 

«Βίτσα κυπαρισσόβιτσα, πού τον κυπαρισσώνα,

όποιος σε πάρει δε γερνά ποτέ του στον αιώνα»¹⁴.

 

«Όλο τον κόσμο γύρεψα περβόλι και περβόλι,

να βρω μια βίτσα γιασεμί σαν το δικό σου μπόι»¹⁵ .

 

Στην πρώτη μαντινάδα, με την κοινή νεοελληνική συνυπάρχουν η αρχαία ελληνική κυπαρισσών (-ώνος), η σλαβική βίτσα (< σλβ. vitsa < λατ. viteus, a, um < vitis = αμπέλι), ενώ στη δεύτερη, προφανώς συνθεμένη στα νεώτερα χρόνια, βρίσκει χώρο η σλαβική βίτσα και οι τουρκικές γιασεμί (<yasemin) και μπόι (<boy). Και αν η σλαβικής προέλευσης βίτσα έχει πανελλήνια διάδοση, υπάρχουν ελάχιστες λέξεις που με σχετική βεβαιότητα συνδέονται με τη σλαβική γλώσσα.

 

«Κι αν έχεις δεκοχτώ γαμπρούς και δεκοχτώ νυφάδες,

κακό βορόσκιο κάνουνε οι ξένες αχιμάδες»¹⁶.

 

Η λέξη βορόσκιο, η περίφρακτη αυλή με φυσικούς θάμνους, η φυσική μάντρα, συνδέεται με τον οβορό / βορό (<σλβ. obor), όπως πιθανότατα και τα τοπωνύμια Βόροι και Βορού¹⁷. Για τα topωνύμια Καράνου¹⁸ και Ροδοβάνι¹⁹ έχει ήδη υποστηριχθεί η σλαβική τους προέλευση. Η λέξη ζούμπερα (<zonbrû) και, κατά την άποψη του γράφοντος, το τοπωνύμιο Συμπάλουσα (<sŭvala> σουβάλα έλος)²⁰ μας συνδέουν με τη μικρή σλαβική ομάδα που εγκαταστάθηκε στην Κρήτη.

Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα διαμορφωθεί στο νησί μια ισχυρή ελληνική γλώσσα, όπως φαίνεται από τα ακριτικά τραγούδια που ανάγονται σε αυτή την περίοδο. Η ενετοκρατία που θα ακολουθήσει θα δώσει νέα δυναμική στη γλώσσα, καθώς οι νέοι κατακτητές φέρνουν μια γλώσσα η οποία και στο παρελθόν, ως λατινική, είχε δανειστεί από και είχε δανείσει στη βυζαντινή ελληνική πλήθος λέξεων.

Ο Στέφανος Σαχλίκης (1331-1391;), αναφερόμενος στον φυλακάτορά του, τον παρουσιάζει να μιλεί τη βενετσιάνικη διάλεκτο, ωστόσο ο ίδιος, ζώντας στην από εκατοπεντηκονταετίας βενετοκρατούμενη Κρήτη, έχει αφομοιώσει μεγάλο αριθμό λέξεων αυτής της διαλέκτου²¹.

 

«... Και τότε και αν ήρχετον ο σκύλος μοναχός του; Αμ' ήρχετον και έφερνε τους άγροικους ταμπάκους, σκουτέρους και παιδόπουλα, Λουμπάρδους και Τουδέσκους. Και τότε επροσκάλειεν τους: «Μάτζια ε μπέβε ινμπρεγάδα». Κι εκείνοι εις μίαν ήρχιζαν να τρώγουν και να πίνουν, να τραγωδούν λατινικά και να με μπισκαντάρουν. Και τότε λέγουσι κι εμέ: «Βένι μπέβε ουν τράτον»...

 

Κι αν σε επίπεδο εξουσίας, δηλ. αρχόντων, οι γλωσσικές διαφορές είναι ολοφάνερες –μιλούν ξεκάθαρα στην ιταλική – ο ίδιος ο Σαχλίκης μιλά την ελληνική με πλήθος ιταλισμών (σκουτέροι, Λουμπάρδοι, Τουδέσκοι, μπισκαντάρω, λότζα, κούρτη) και μια αραβική λέξη (ταμπάκος)²².

Ήδη, δηλαδή, στην εποχή του Σαχλίκης έχει διαμορφωθεί μια κρητική διάλεκτος με πολλές ιταλικές επιρροές. Στους μετέπειτα χρόνους της βενετοκρατίας τα γλωσσικά δάνεια θα αυξηθούν, καθώς η πολιτική της διγλωσσίας, που επέλεξε να εφαρμόσει η Γαληνοτάτη Δημοκρατία, συνέβαλε στην επιρροή της μιας γλώσσας στην άλλη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούμε να μιλάμε, αν όχι για βενετοκρητική διάλεκτο, για τοπική κρητική διάλεκτο με κύριο χαρακτηριστικό τις βενετσιάνικες επιρροές²³.

Αυτήν τη γλώσσα χρησιμοποιούν οι λαϊκοί ποιητάρηδες, για να «στελιώσουν» τα χαρακτηριστικά κρητικά δίστιχα, που τότε γεννιούνται, δίνοντάς τους, μάλιστα, μια – τουλάχιστον κατά μία εκδοχή - ιταλογενή ονομασία: μαντινάδες (<mattinata). Ιταλογενείς είναι και οι όροι καντάδα (<cantare < canto) και η συνώνυμή της πατινάδα²⁴. Ιταλογενείς είναι και οι όροι τραγούδια τση τάβλας και τραγούδια τση στράτας, αν και με βεβαιότητα τα πρώτα, της τάβλας (< tavola > tavla), έχουν παλαιότερη, βυζαντινή προέλευση και λατινογενή ονομασία.

Το ιταλοβενετσιάνικο λεξιλόγιο που αφομοιώζεται εντάσσεται στο ρωμαλέο ελληνικό ονοματικό και ρηματικό κλητικό σύστημα με μια ιδιαίτερη εμμονή στα γένη των ονομάτων, κυρίως των αρσενικών, πολλά από τα οποία τα μετατρέπει συχνά σε ουδέτερα (calmento/calmante > καλιμέντο, canton/cantone < καντούνι, condotto > κουτούντο), ενώ τα ρήματα ενσωματώνονται κυρίως στον τύπο του απαρεμφάτου χωρίς (τρατάρω < trattare, σολατσάρω < sollazzare) ή με τη χρήση επιθημάτων σε -ίζω (σολαΐζομαι < isolare = απομονώνομαι, ησυχάζω), -έρνω (μπαντονιέρνω < abbandonare = αφήνω, εγκαταλείπω, μολέρνω/αμολέρνω < mollare/ammollare = αφήνω, ελευθερώνω)²⁵.

Παράλληλα, δημιουργούνται νέες σύνθετες λέξεις που ενώνουν τις δυο γλώσσες (κακοφορμίζω > κακός + forma = επιδεινώνομαι (επί πληγών), κακομούτσουνος > κακός + musone = άσχημος, ξεμουρίζω > ξε + muro = ξεπροβαίνω κλπ)²⁶ ή δημιουργούνται νέες λέξεις (πατιμέντο < pavimento, με επιρροή από το πάτωμα > πατιμέντο = όροφος).

Ορισμένες εκφράσεις διατηρούνται αυτούσιες (τάλε κουάλε < tale quale = τέτοιος, ακριβώς ο ίδιος, κάλμα μπονάτσα < calma bonaccia = η γαλήνια θάλασσα), ενώ το ονοματολογικό σύστημα αφομοιώσει κύρια ονόματα και επώνυμα (Τζαννής, Φραγκιός/Φραγκιάς, Πώλος/Πωλιός, Μουδάτσος/Μοάτσος, Δετοράκης, Νοδαράκης κλπ). Και φυσικά το γυναικείο όνομα Καδιανή, που είτε σχετίζεται με το τοπωνύμιο Κάντια είτε με τη λέξη κάδιο / κάντιο < candio/candito (= κρυσταλλική ζάχαρη) είναι γνήσιο βενετοκρητικό όνομα.

Πώς αποτυπώνεται αύτη η «νέα» γλώσσα στην ποίηση; Ήδη πήραμε μια γεύση από τον Στέφανο Σαχλίκη, ο οποίος δίνει την εντύπωση ότι ακολουθεί τους λαϊκούς ποιητάρηδες της εποχής του, καθώς συχνά ξεφεύγει από το λόγιο ύφος. Ο Γιανναράκης, καταγράφοντας τη λαϊκή ποίηση το 1876, διακόσια και πλέον χρόνια από την λήξη της βενετοκρατίας, μας δίνει αρκετά παραδείγματα της ζωντανής αυτής γλώσσας:

 

«Απ' ούλαν τα πετούμενα ο ψύλλος έχει χάρη,

στων κορασίδω τα βυζιά πηδά και σολατσάρει»²⁷.

 

«Άχι τα μάθια μιας ψυχής είντα γλυκιά θωρούνε,

από 'να μίλι κι' από δυο τον άνθρωπο κεντούνε»²⁸.

 

«Μια μαντινάδα κι' άλλη μια κι ένα μαντιναδάκι,

στα σίδερα μ' εβάλανε για το Κατερινάκι»²⁹.

 

«Νά 'μουνε κουλουκάκι σου, να τρέχω ‘μπρός ομπρός σου,

να γύριζα να δάγκανα τον ποδοστράγαλό σου»³⁰.

 

«Ώφου, πώς εβαρύστηκα σε τόπο που δε γιαίνω,

γιατρός δε με μπατσάρεται³¹ και λώμπως αποθαίνω»

 

Από τη συλλογή της Μαρίας Λιουδάκη θα δανειστούμε για την περίσταση τις μαντινάδες:

 

«Πράσινος είν' αρισμαρής³² και μπλάβος είν αθός του,

κι απ' αγαπά μελαχρινό πολύς είν' ο καημός του»

 

«Για σένα μαραθήκανε τα φύλλα τση καρδιάς μου,

απού 'ταν εχωρίσαμε, αρισμαροβιτσά μου»³³ .

 

Στην πρώτη, το φυτωνύμιο αρισμαρής (< rosmarino) ήρθε να αντικαταστήσει την ελληνική δεντρολίβανο και το επίθετο μπλάβος (< βεν. blavo) το ελληνικό κυανούς, καθώς στην Κρήτη το επίθετο γαλανός συνδέθηκε με το γάλα και απόκτησε έτσι τη σημασία του λευκού. Στη δεύτερη, ο γλωσσοπλάστης λαϊκός ποιητής παντρεύει δυο ξένα δάνεια, τον ιταλογενή αρισμαρή με τη σλαβική βίτσα, και δημιουργεί την κρητική αρισμαρόβιτσα.

Αργότερα, κάποιος άλλος νεότερος μαντιναδόρος θα πλάσει με την αρισμαρόβιτσα μια άλλα παρασύνθετη λέξη, την αρισμαροβιτσόβεργα, συνδέοντας την ιταλική αρισμαρής με τη σλαβική βίτσα και την επίσης ιταλική βέργα (<verga).

 

«Αρισμαροβιτσόβεργα και διαμαντένια πέτρα,

πως ήθελ ανταμώσομε τ αμάτι μου εξεπέτα».

 

Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το ριζίτικο τραγούδι με τη χρήση του ρήματος ροζονάρω (<ragionare), σύνθετου με την πρόθεση περί, και των ουσιαστικών βέργα (βεργολυγερή), καβαλάροι (<cavallo = άλογο):

 

«Δώδεκα βεργολυγερές, ξαθές και μαυρομάτες,

βασιλικούς ποτίζανε και τσι βαγιοκλαδίζαν.

Κι εκειά που τσι ποτίζανε επεριροζονάραν,

Χριστέ, και να προβαίνανε δώδεκα καβαλάροι,

να παίρν' ο καθενείς τη μια κι η καθεμιά τον ένα».

 

Αυτή η ρωμαλέα γλώσσα, στην οποία γράφηκαν ο Ερωτόκριτος, η Θυσία του Αβραάμ, η Ερωφίλη, ο Απόκοπος και γενικά όλα τα αριστουργήματα της Κρητικής Λογοτεχνίας, με την οριστική κατάκτηση της Κρήτης από του Όθωμανούς (1669) θα υποδεχτεί την τουρκική γλώσσα.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι η βενετσιάνικη διάλεκτος επηρέασε και την εκφορά του λόγου. Οι τσιτακισμοί, τους οποίους ο ομιλών ενσυνειδήτως διατήρησε στην εκφορά που προσωπικού του λόγου, οφείλονται σε βενετσιάνικες επιρροές. Σε λίγες περιπτώσεις εκφέρονται λέξεις χωρίς τσιτακισμό, όπως ακριβώς στην ιταλική (τσεκίνι / τσικίνι < ιταλ. zecchino, βενετ. zechin) ενώ η σίγηση του χ στην άρνηση όχι > όι, πιθανότατα είναι βενετσιάνικη επιρροή (πρβλ. κατέχω > κατέω).

Όπως με τα ιταλοβενετσιάνικα, έτσι και με την τουρκική, η κρητική διάλεκτος θα επιμένει στα γένη των ονομάτων, ενώ στα ρήματα θα αντλεί θέματα από τον τύπο του αορίστου με την χρήση ίδιων επιθημάτων (dayanmak > dayandim > νταγιαντώ/νταγιαντίζω, davranmak > davrandim > νταβραντίζω, düşünmek > düşündűm > ντουχιουντίζω) θα πλάσει δικά της ρήματα από τουρκικές λέξεις (ντολμαδιάζω < dolma + επίθημα -άζω) και θα δημιουργεί από έναν τύπο όλους τους δυνατούς τύπους στην Ελληνική: από το düşünmek > düşündűm, πέρα από το ντουχιουντίζω, θα δημιουργηθεί ο ντουχιουλμές/ντουχιουρμές (= έγνοια), ο ντουχιουμάνης (= διάβολος, το αντικείμενο της στεναχώριας), το ντουχιούντισμα (= η βαθιά σκέψη), ο ντουχιουντισμένος, η, ο (στεναχωρημένος) και ο ντουχιουντισμός (= βαθιά σκέψη)³⁴.

Ενδιαφέρον αποκτά η χρήση των νέων λέξεων στον ποιητικό λόγο. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι στην κρητική κοινωνία της οθωμανικής περιόδου διαμορφώνονται δυο ομάδες ντόπιων: οι Κρητικοί και οι Τουρκοκρητικοί, ή Μπουρμάδες, οι Κρητικοί δηλαδή που ασπάστηκαν τη θρησκεία του κατακτητή και ταυτίστηκαν μ' αυτόν. Οι νεοφώτιστοι μουσουλμάνοι της Κρήτης χαρακτηρίζονταν αυτομάτως εθνικά ως Τούρκοι (Τουρκοκρήτες), γεγονός που επηρέαζε τόσο τις σχέσεις των κατοίκων μεταξύ τους όσο και την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού του νησιού. «Η επαφή τους με το τουρκικό στοιχείο, και κυρίως με τον τουρκικό λόγος (τέλεση θρησκευτικών υποχρεώσεων, επαφή με τη διοίκηση), εισάγει στην καθημερινότητά τους εξελληνισμένες τουρκικές λέξεις. Αρχικά οι διοικητικοί τίτλοι (αγάς, χότζας κλπ.) και μετά οι θρησκευτικοί όροι (ραμαζάνι, μεζάρι, ιμάνι κλπ.) εντάσσονται στο γλωσσικό πλαίσιο της καθημερινότητας τους, για να εμπλουτιστεί στη συνέχεια με πλήθος άλλων λέξεων, μια μορφή δηλαδή γλωσσικής ώσμωσης, υπό το βάρος της μακρόχρονης συνύπαρξης των δυο γλωσσικών ομάδων και της συστηματικής ιδιωτικής παιδείας που θα επιτραπεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Μάλλον σ' αυτή την περίοδο θα πρέπει να εντάξουμε και την είσοδο στην κρητική διάλεκτο αυτούσιων τουρκικών λέξεων και φράσεων (όρκοι, χαιρετισμοί, ευχές, κατάρες, ευχαριστίες)³⁵.

Ο μέσος μουσουλμάνος της Κρήτης, όπως και ο χριστιανός, ήταν αγράμματος, καθώς η διοίκηση δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για τη μόρφωσή του. Όταν στα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζουν να ιδρύονται ιδιωτικά σχολεία, στην πράξη αποδείχτηκε ότι οι μουσουλμάνοι Κρήτης έμαθαν μεν τον παλαιοτουρκικό τρόπο γραφής –προφανώς καλύτερα και την τουρκική γλώσσα- ωστόσο, η καθομιλουμένη ήταν η ελληνική που σιγά σιγά αρχίζει να αφομοιώσει αυτούσιες λέξεις ή εκφράσεις της τουρκικής (όρκοι, χαιρετισμοί, ευχές, κατάρες, ευχαριστίες)³⁶.  

 

 «-Ήφερά σου, συντέκνισσα, δυο αμυγδαλάκια, απού κατέχω πως δεν εβγάλετε οφέτος.

-Αλάμπελαχινιόβερσι, συντέκνισσά μου»³⁷.

 

Η φράση αλάμπελαχινιόβερσι αποτελεί, πιθανότατα, παράφραση της τουρκικής (αυτοαναιρούμενης;) κατάρας Allah belasını versin (= Ο Θεός να σου δώσει τον μπελά σου, πρβλ. Να μη σου πέψει ο Θεός όσα μπορείς να βαστάξεις). Και οι εκφράσεις άλα βάρι < Allah var (= έχει ο Θεός), αλάισι < τουρκ. Allah için (= μα τον Θεό, για όνομα του Θεού), άλα μπλίρι < τουρκ. Allah bilir (= Κύριος οίδε, ο Θεός ξέρει) απηχούν σε μια εποχή συνύπαρξης μουσουλμάνων και χριστιανών στην Κρήτη.

Τα τραγούδια που αφορούσαν την εξύμνηση των Τούρκων ή μουσουλμάνων Κρητικών δεν είχαν μεγάλη λαϊκή απήχηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Ποίημα για τη γέννηση του προφήτη Μωάμεθ»³⁸, το οποίο μεταγράφηκε στην κρητική διάλεκτο φορτωμένο συστηματικά, πιστεύω, με τουρκικές λέξεις:

 

«Τζούνκιμ³⁹ από τον Απτ Αλλά 'ναι γκαστρωμένη

και ήρθε και το βακίτι της αφέντης μας να γένη.

Μη να ορίσει ο Θεός και κάμει μερχαμέτι⁴⁰

που 'ναι πολύ μερχαμετλής και μπούμε στο τζανέτι».

 

Τον ίδιο γλωσσικό φόρτο διασώζει και ο Anton Jeannarakis σε μια μαντινάδα:

 

«Έναν καράβι 'ς το γιαλό, ραμπή μου σαλαμέτι⁴¹

γιατί βαστά στα μέσαν του σεβντά και κασαβέτι».

 

Και ενώ κατά τη διάρκεια της βενετικής κυριαρχίας, με την πάροδο του χρόνου, εκπρόσωποι της διοίκησης (κυρίως νοτάριοι) υιοθετούν την ελληνική όπως έχει διαμορφωθεί από τις βενετσιάνικες επιρροές, προσφέροντάς μας σήμερα σημαντικά μνημεία λόγου –η Βικελαία Βιβλιοθήκη έχει ήδη εκδώσει πολλές συμβολαιογραφικές πράξεις– η τουρκική διοίκηση παρέμεινε σταθερά προσκολλημένη στην τουρκική γλώσσα και παλαιοτουρκική γραφή, εμποδίζοντας τη γλωσσική ώσμωση και σε επίπεδο διοίκησης.

Το θέμα, ωστόσο, δεν είναι κατά πόσον αφομοίωσαν την τουρκική γλώσσα οι μουσουλμάνοι Κρήτες, αλλά κατά πόσον οι χριστιανοί Κρήτες ενέταξαν στην καθημερινότητα τους τουρκικές λέξεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε γλωσσικό επίπεδο αποκτά ο παροιμιακός λόγος που διαμορφώνεται αυτή την περίοδο: «Κάμε το καλό να σ' εύρει το ζαράρι»⁴², «Βάλε το λύκο μαντρατζή⁴³ και το σκουντί δραγάτη», «Το μπεγίρι⁴⁴ εις τ αγλάκι και τον άντρα στο γιατάκι», «Ο μάνταλος κόβγει το κισιμέτι»⁴⁵ κλπ, ενώ για τη διακοπή κάθε προσωπικής σχέσης των ανθρώπων μεταξύ τους η γνωστή φράση «Δε έχει μούδε μερχαμπά, μούδε σαλαμαλέκι»⁴⁶. Χαρακτηριστική είναι ακόμα και η διατυπωμένη άποψη των χριστιανών Κρητών για τους εξισλαμισμένους: «Ντα κατέχει ο Μπουρμάς⁴⁷ είντα θα πει χουρμάς

 

Η ενιαία κρητική διάλεκτος Κρητικών και Μπουρμάδων αποτυπώνεται στις μαντινάδες και στο κρητικό τραγούδι γενικότερα, όπου διατηρούνται οι καλά εμπεδωμένες βενετσιάνικες επιρροές και πάνω σ' αυτές προστέθηκε το τουρκικό γλωσσικό στοιχείο.

 

«Με του σεβντά τα κάρβουνα, όποια καρδιά κεντήσει,

μπλιο τση χαΐρι δε θα δει, όσους χρόνους κι' α ζήσει»⁴⁸.

 

«Δυόν παραδώ γαρόφαλα τσικίνια κι' αν τση δώσεις,
δεν την πλανάς την κοπελιά, σαν έχει νου και γνώσι
».

 

Στην πρώτη μαντινάδα οι τουρκικές λέξεις σεβντάς και χαΐρι συνυπάρχουν με το βενετσιάνικης προέλευσης ρήμα κεντώ, ενώ στη δεύτερη η τουρκική λέξη παράς συνυπάρχει με τις βενετσιάνικες γαρόφαλο (<garofolo), τσικίνι (< zecchino), κοπελιά (< coppella).

Την ίδια γλώσσα συναντάμε και στο ριζίτικο:

 

«Αφήστε τσι τσ΄ αθιβολές και τα ροζοναρίκια,

και μην τα ροζονάρετε, μην τα μεταδηγάστε.

Μα εμένα ήτο κι ο φονιάς, εμέν' κι ο σκοτωμένος,

κι άντρας μου τον εσκότωσεν εμέν τον αδερφό μου.

Τίνος να κάνω το νταβά;»⁴⁹

 

Αντιπροσωπευτικότερο όλων είναι το τραγούδι της Διαμάντως/Διαμάντας, της αρπαγής της κόρης του βασιλιά της Ισπανίας από Μπαρμπαρέσους πειρατές, στο οποίο συνυπάρχουν η εμπεδωμένη βενετοκρητική διάλεκτος και τα νεοφερμένα τουρκικά γλωσσικά στοιχεία⁵⁰.

 

«Τρίτη κάνουσι πανιά

και Τετράδη μπλιο φανειά.

Κι εις τη μέση του πελάγους

Μπαρμπαρέσοι τσι μπλοκάρουν.

Ως θερίζουν τ αγγουράκια

εθερίζαν τα Φραγκάκια,

ως περνούν τα χελιδόνια

επερνούσανε τα βόλια.

Ποταμός το αίμα πέρνα

πού τα πόδια μου κι εμένα.

Μπαρμπαρέσοι τήνε πιάνουν

κι εις τη Μπαρμπαριά τη βγάνουν.

Στου τελάλη την πουλούσι

και πολλοί θα σκοτωθούσι.

Πάνε λένε του πασά:

–Μιαν κοπέλαν ήρθ᾽ επά

κι έχει αχείλη μερτζανένια,

στήθη μαργαριταρένια.

Κι ο πασάς ως το μαθαίνει,

μοναχός του κατεβαίνει,

πού τη χέρα τηνε πιάνει,

φράγκικα τση ροζονάρει

-Πε μου, κόρη, τη σειρά σου,

να χαρώ την αφεδιά σου

–Ρε ντ' Εσπάνιο είμαι κόρη

κι οι μπαρμπάδες μου 'ν' κοσόλοι,

και κιανείς σας μην απλώσει

στων κοσόλω την εγγόνη...»

 

Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι αρκετές λέξεις της τουρκικής αίρουν τον γενικό κανόνα των κρητικών τσιτακισμών, καθώς αφομοιώθηκαν με την αρχική τουρκική τους εκφορά: τσακί, το = είδος μικρού μαχαιριού <çakı, γιαγκιλίκι, το = ο έρωτας < yangın = πυρκαγιά, ερωτικό πάθος, κιμάς, ο <κıyma, αχίρι, το = αχούρι < ahır, τακίμι, το = συντροφιά, παρέα < takım, χιλές, ο = απάτη, δόλος < hile, χιράμι, το = ελαφρύ μάλλινο σκέπασμα κρεβατιού < ihram, κλπ. και ο αναστεναγμός Άχι!

Και μολονότι, με τη λήξη της οθωμανικής περιόδου και την ένταξη της Κρήτης στον ελληνικό κορμό, σταματούν οι γλωσσικές επιρροές και αρχίζει η προσαρμογή της κρητικής διαλέκτου στο λεξιλόγιο της νεοελληνικής κοινής, στα τέσσερα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής λίγα σκόρπια στοιχεία της γερμανικής γλώσσας παρέμειναν στον λαϊκό λόγο. Πρώτα πρώτα, η ένταξη...του ονόματος του Χίτλερ και των Γερμανών στο κρητικό δημοτικό τραγούδι (Χίτλερ, να μην το καυχηθείς... κ.ά.), κυρίως όμως η Κατοχή αποτυπώνεται στα κατά τόπους τοπωνύμια: στην Μπούγκα (< ιταλ. buco), στην Παράγκα (< ιταλ. baracca), στου Σουλντά το Χάνι. Το τελευταίο εντοπίζεται στο γεωγραφική περιφέρεια του Τυμπακίου Ηρακλείου. Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, στην περιοχή κατασκευάστηκε χώρος ψυχαγωγίας των γερμανών στρατιωτών, ένα Soldatenheim, το οποίο οι ντόπιοι άκουγαν ως Σουλντά το Χάνι, επηρεασμένοι ίσως από το κοντινό Βοριανό Χάνι, το οποίο σφράγισε τοπωνυμικά την περιοχής⁵¹.

Αυτές κι άλλες επιρροές διαμορφωσαν την κρητική διάλεκτο, που είναι κι αυτή, όπως όλες οι γλώσσες, ανοιχτή στις επιρροές. Τα κράτη μπορεί να έχουν σύνορα και φράχτες και να εμποδίζουν την είσοδο σε προϊόντα και ανθρώπους, οι λέξεις όμως είναι έπεα πτερόεντα, πιο αντάρτισσες κι από τις ιδέες που μεταφέρουν, και «δεν τζι σταίνει μάντρα».

 

 

 

 

¹ Πρικύς, ο το εβραϊκό Πάσχα. Στο γιορτινό τραπέζι υπάρχουν προς κατανάλωση τα πικρά χόρτα χαζαρέτ ή μαρόρ, σε ανάμνηση της πικρής ζωής που έκαναν οι Εβραίοι ως δούλοι.

² Παραλλαγή βλ. Ανδρέας Λενακάκης, Δημοτικά τραγούδια στη Μεσαρά, Μοίρες 2007, σ. 288, α.α. 213.

³ Θεοχάρης Δετοράκης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1990, σ. 140-152.

⁴ Τα αραβικά λήμματα λήφθηκαν από το βιβλίο της Σοφίας Κοκολάκη και Νίκου Αντωνίου, Αραβοτουρκικές κατακτήσεις και οι γλωσσικές τους επιδράσεις στο δημοτικό τραγούδι της Κρήτης, εκδ. Αδελφοί Βλάσση, Αθήνα 1999.

⁵ Μαρία Λιουδάκη, Μαντινάδες, Λαογραφικά Κρήτης, τόμ. Α, έκδ. Ελευθερουδάκη, Ἀθῆναι 1936, σ. 60, α.α. 240.

⁶ Ἀριστείδης Κριάρης, Πλήρης συλλογή Κρητικών δημωδῶν ἀσμάτων, ἡρωϊκῶν, ἱστορικῶν, πολεμικών, τοῦ γάμου, τῆς τάβλας, τοῦ χοροῦ, κλπ. κλπ. Καὶ ἁπασῶν τῶν κρητικῶν παροιμιῶν, διστίχων καὶ αινιγμάτων μεθ' ἐρμηνευτικῶν ὑποσημειώσεων, ἔκδοσις Β΄, τύποις Α. Φραντζεσκάκη-Α. Καϊτατζῆ, ἐν Ἀθήναις 1920, σ. 354.

⁷ Μαρία Λιουδάκη, ό.π., σ. 27, α.α. 44.

⁸ Ανδρέας Λενακάκης, Δημοτικά τραγούδια στη Μεσαρά, Μοίρες 2007, σ. 317, α.α. 260.

⁹ Μαρία Λιουδάκη, Μαντινάδες, Λαογραφικά Κρήτης, ό.π., σ. 202, α.α. 153.

¹⁰ Μαρία Λιουδάκη, Μαντινάδες, Λαογραφικά Κρήτης, ό.π., σ. 109, α.α. 49.

¹¹ Ν. Τωμαδάκης, «Συμβολὴ εἰς τὴν μελέτην τῶν σλαβικῶν, ἀρμενικῶν καὶ τουρκικῶν ἐποικίσεων ἐν Κρήτῃ», ΕΕΚΣ 2 (1939) σ. 7-19. Του ιδίου: «Αἱ περὶ Μακεδόνων σκλάβων ἐν Κρήτῃ εἰδήσεις Ιωσήφ Βρυεννίου (1401)», Γέρας Αντωνίου Κεραμοπούλου, Αθήνα 1953, σ. 105-111. Παντελής Χαραλαμπάκης, Σλάβοι στην Κρήτη κατά το μεσαίωνα και τους πρώιμους νεότερους χρόνους, andyspuplishers, Αθήνα 2016.

¹² J. Land, Anecdota Syriaca, 1(1862), Lugduni Batavorum σ. 115.

¹³ Νικόλαος Τωμαδάκης, «Γλωσσική στρωματογραφία τῆς Κρήτης εἰς τὴν τοπωνυμικὴν καὶ ὀνοματολογικήν της παράδοσιν», Πεπραγμένα Στ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Γ΄, Χανιά 1990, σ. 545-549.

¹⁴ Αλέξανδρος Δρουδάκης, 10.000 μαντινάδες τση Κρήτης, Χανιά 1982, σ. 71, α.α. 31.

¹⁵ Μαρία Λιουδάκη, Μαντινάδες, Λαογραφικά Κρήτης, ό.π., σ. 12, α.α. 4.

¹⁶ Μαρία Λιουδάκη, Μαντινάδες, Λαογραφικά Κρήτης, ό.π., σ. 256, α.α. 99.

¹⁷ Ανδρέας Λενακάκης, Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις, Δήμος Ηρακλείου Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2013, σ. 63-64.

¹⁸ Νικόλαος Τωμαδάκης, «Σλάβοι ἐν Κρήτῃ. Τα Καράνου – Το Ροδοβάνι», ΕΕΚΣ, τόμ. 1, σ. 425-431.

¹⁹ Νικόλαος Τωμαδάκης, «Το τοπωνύμιο Ροδοβάνι της Κρήτης», Αριάδνη, τόμ. 5 (1989), σ. 363-365.

²⁰ Ανδρέας Λενακάκης, Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις, ό.π., σ. 100-101.

²¹ Τάσος Καπλάνης, «Νέα λογοτεχνία, νέα ταυτότητα: Στέφανος Σαχλίκης (14ος αι.), ο πρώτος επώνυμος συγγραφέας της νεοελληνικής λογοτεχνίας», http://www.eens.org/EENS_congresses/2010/Kaplanis_Tassos.pdf, σ. 8.

²² Στο κείμενο εντοπίζεται μια αραβική λέξη που έχει ενταχθεί στο ελληνικό γλωσσικό σύστημα πριν από την άφιξη των Οθωμανών, απόδειξη ότι αποτελεί κατάλοιπο της αραβοκρατίας. Ακριβώς αυτό εννοούσαμε παραπάνω μιλώντας για την ειδική έρευνα που απαιτείται για τον εντοπισμό στην κρητική διάλεκτο των λέξεων που αφομοιώθηκαν κατά την αραβοκρατία.

²³ Στέργιος Σπανάκης, «Το κρητικό γλωσσικό ἰδίωμα», Κρητικά Χρονικά, τόμ. ΙΕ-ΙΣΤ, τεύχ. Γ. σ. 148-152. Θεοχάρης Δετοράκης, Ιστορία..., ό.π., σ. 163. Χρύσα Μαλτέζου, «Το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο», Λογοτεχνία και Κοινωνία της Αναγέννησης, επιμ. D. Holton, ΠΕΚ, 2013, σ. 21-57.

²⁴ Πατινάδα = ουσιαστικοποιημένο εξελληνισμένο επίθετο < ιταλ. patinato, a (= λαμπερός, γυαλιστερός, καλλωπισμένος επιμελημένος εξωτερικά) < patina, la = στίλβη. Η πατινάδα δηλ. είναι τα τραγούδια που λαμπρύνουν, εγκωμιάζουν το τιμώμενο πρόσωπο. Canzone patinata = καλλωπισμένο, υπερβολικά επιμελημένο τραγούδι (πρβλ. signora patinata, imagine patinata). O Μπαμπινιώτης, εκτιμώ εσφαλμένα, συνδέει την πατινάδα με την μα(ν)τινάδα με επίδραση από το επίθετο πατινός < πάτος (τελευταίος), επειδή αυτό το είδος τραγουδιού ήταν το τελευταίο στα γλέντια.

²⁵ Μορφολογία και γλωσσική επαφή: Ελληνικοί διάλεκτοι σε επαφή με την Τουρκική και την Ιταλική. Επιχειρησιακό πρόγραμμα «Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση», Εθνικό Στρατηγικό πλαίσιο αναφοράς. ΕΣΠΑ 2007-2013, Πανεπιστήμιο Πατρών, σ. 39.

²⁶ Τα λήμματα της ιταλικής λήφθηκαν από Αθανασία Δρακούλη κλπ, «Γλωσσάριο ιταλικών δάνειων λέξεων της κρητικής διαλέκτου», Συνάντηση 2 πολιτισμών. Συλλογή μελετημάτων κρητικού και ιταλικού θεματολογίου, επιμ. Αθανασία Δρακούλη κλπ, εκδ. Δοκιμάκης, Ηράκλειο 2013.

²⁷ σολατσάρω < sollazzare = κάνω βόλτα, γυρνάω εδώ κι εκεί ασκόπως. Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετὰ διστίχων καὶ παροιμιῶν. Kretas volkslieder nebst distichen und sprichworter in der ursprache mit glossar hrsg., F. A. Brockhaus, Leipzig 1876, σ. 263, α.α. 37.

²⁸ Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετὰ διστίχων καὶ παροιμιών..., ό.π., σ. 265, α.α. 52. Κεντώ < incendiare = βάζω φωτιά, πυρπολώ. Πιθανότερη θεωρώ την προέλευση από το < accendere = ανάβω, βάζω φωτιά.

²⁹ Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετὰ διστίχων καὶ παροιμιῶν..., ό.π., σ. 276, α.α. 143. Μαντινάδα, η > mattinata.

³⁰ Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετὰ διστίχων καὶ παροιμιών..., ό.π., σ. 277, α.α. 148. Κουλουκάκι, το < κουλούκι + υποκορ. επίθημα -άκι < cucciolo = μικρό σκυλί.

³¹ Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετὰ διστίχων καὶ παροιμιῶν..., ό.π., σ. 290, α.α. 255. Μπατσάρομαι < impacciare = ανακατεύομαι, ασχολούμαι, αναλαμβάνω.

³² Μαρία Λιουδάκη, Λαογραφικά Κρήτης, Μαντινάδες ..., ό.π., σ. 260, α.α. 160. Αρισμαρής, ο < rosmarino = δεντρολίβανο. Μπλάβος, η < βεν. blavo = μπλε.

³³ Μαρία Λιουδάκη, Λαογραφικά Κρήτης, Μαντινάδες, ..., ό.π., σ. 199, α.α. 102.

³⁴ Τα τουρκικά λήμματα αντλήθηκαν από το βιβλίο του Βασίλη Ορφανού, Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2014.

³⁵ εφημ. Χανιώτικα Νέα, αρ.φ. 3345 (30/1/1924).

³⁶ εφημ. Χανιώτικα Νέα, αρ.φ. 3345 (30/1/1924).

³⁷ Νίκος Γαρεφαλάκης, Λεξικό ιδιωματισμών κρητικής διαλέκτου (περιοχή Σητείας), Δήμος Σητείας, Σητεία 2002, σ. 46-47.

³⁸ Παύλος Χιδίρογλου, Συμβολή στην Ελληνική Τουρκολογία, τ. Β΄, Ελληνικές Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, Αθήνα 1993, σ. 183-203. Σταύρος Πλανάκης, Τουρκοκρητική λογοτεχνία. Ανθολόγιο, Μια πρώτη προσέγγιση, Χανιά 2011, σ. 17-29.

³⁹ Τζούνκιμ > τουρκ. çünkü = αφού, διότι, βακίτι > τουρκ. > αραβ. vakit = καιρός, ώρα, χρόνος, κατάλληλη στιγμή.

⁴⁰ Μερχαμέτι > τουρκ. > αραβ. merhamet = έλεος, ευσπλαχνία, μερχαμετλής, ο = φιλεύσπλαχνος, τζανέτι, το = παράδεισος.

⁴¹ Anton Jeannarakis, Ἄσματα Κρητικά μετά διστίχων καὶ παροιμιῶν..., ό.π., σ. 269, α.α. 87. Ραμπής > τουρκ. > αραβ. rabii = Θεέ!, σελαμέτι > τουρκ. > αραβ. selâmet = ασφάλεια, σωτηρία, κασαβέτι > τουρκ. > αραβ. kasavet = πάθος, πόνος, καημός, βάσανο.

⁴² Παραλλαγή βλ. Μάριος Παπαδάκης-Ελευθέριος Τσικαλάκης, 7000 κρητικές παροιμίες, Ηράκλειο 2011, σ. 39. Ζαράρι, το < τουρκ. zarar = βλάβη, ζημιά, κακό.

⁴³ Μάριος Παπαδάκης, 7000 κρητικές παροιμίες..., ό.π., σ. 53. Μάντρα, η + τουρκ. επίθημα – τζή(ς) > μαντρατζής, ο = ο νεαρός βοηθός του βοσκού.

⁴⁴ Μάριος Παπαδάκης, 7000 κρητικές παροιμίες..., ό.π., σ. 69. Μπεγίρι, το < τουρκ. beygir = άλογο, γιατάκι, το < τουρκ. yatak = κρεβάτι.

⁴⁵ Μάριος Παπαδάκης, 7000 κρητικές παροιμίες..., ό.π., σ. 78. Κισιμέτι, το < τουρκ. kismet = τύχη, μοίρα.

⁴⁶ 46. Μέρχαμπα > merhaba = γεια σου, σαλάμ αλέκουμ > selám aleykum = καλημέρα, χαίρετε.

⁴⁷. Μπουρμάς, ο < burmak (στρίβω) = ο εξωμότης, ο ασπασθείς τον μουσουλμανισμό Κρητικός. Χουρμάς, ο < hurma.

⁴⁸ Αλέξανδρος Δρουδάκης, 10.000 μαντινάδες τση Κρήτης..., ό.π., σ. 120, α.α. 129.

⁴⁹ Σταμάτης Αποστολάκης, Ριζίτικα, τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Χανιά 2010, σ. 389. Ροζοναρίκια, τα, < ροζονάρω < ragionare. Νταβάς, ο < dava = δικαστική αγωγή, δίκη.

⁵⁰. Σταμάτης Αποστολάκης, Ριζίτικα..., ό.π. σ. 75-79. Μπαρμπαρέσοι, οι < ιταλ. Barbaressi, μπλοκάρω < ιταλ. bloccare = σταματώ, εμποδίζω, φραγκάκια, τα < ιταλ. Franchi, τελάλης, ο < τουρκ. tellal, πασάς, ο < τουρκ. paşa, κοπέλα, η < βεν. coppella, μερτζανένιος, ο < τουρκ. mercan = κοραλλένιος, ροζονάρω < ragionare = ψιθυρίζω), Ρε ντ' Εσπάνιο < re d' Espagnia = βασιλιάς της Ισπανίας, μπαρμπάδες, οι < τουρκ. barba, κοσόλοι, οι < ιταλ. console = πρεσβευτές.

⁵¹ Ανδρέας Λενακάκης, Πυργιώτισσα, Ονομάτων επίσκεψις..., ό.π., σ. 443.

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσιεύθηκε στον τόμο: Μα ‘σα μυρίζει ο φρόνιμος, βαρσάμια δε μυρίζουν, Εγκώμιον Σταμάτη Αποστολάκη, Χάρης Στρατιδάκης (επιμ.)Γραφοτεχνική, Χανιά 2019, σσ.193-206


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τοπωνυμική μελέτη του οικισμών Βορίζα, Λαλουμά και Μεσίσκλι Ηρακλείου

Οι εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών στην Κρήτη του 19ου αιώνα και ο σχηματισμός των κρητικών εθνικών επωνύμων

Η Προσφώνηση Στην Ερωτική Μαντινάδα