«Λίγωση και γέμωση». Μαντικές και μαγικές προεκτάσεις στηνπαραδοσιακή γεωργία στη Μεσαρά

 

Στις σύγχρονες αναπτυγμένες αλλά και αναπτυσσόμενες κοινωνίες – με την πραγματική σημαία του όρου και όχι ως ευφημισμός των υπανάπτυκτων χωρών – τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, με πρώτιστο αυτό της ασθένειας, λύνονται άμεσα με την παρέμβαση της επιστήμης. Σε παλιότερες όμως εποχές οι παραδοσιακές κοινωνίες, όπως συνηθίζουμε να τις ονομάζουμε, δεν είχαν στη διάθεσή τους τα μέσα που εμείς σήμερα διαθέτουμε, ούτε φυσικά τις γνώσεις για την αντιμετώπισή τους. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες, κληρονομιά αιώνων, που σχετίζονται με τις αιτίες της γέννησης των προβλημάτων, μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και επιβιώνουν. Η πεποίθηση ότι τα προβλήματα, εκτός από τα φυσικά τους αίτια έχουν και μεταφυσική, πνευματική διάσταση, είναι βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση του παραδοσιακού ανθρώπου. Τη φυσική διάσταση των προβλημάτων, λ.χ. των ασθενειών, την αντιμετώπιζαν με φυσικά μέσα, φυσικά φάρμακα-βότανα, πρακτικές δηλαδή ιατρικές μεθόδους τις οποίες καθόριζε η παρατήρηση και η γνώση του περιβάλλοντος. Η πνευματική διάσταση έπρεπε κι αυτή να αντιμετωπιστεί με τα μέσα που είχε στη διάθεσή του, που δεν είναι άλλα από μια μακραίωνη μυστικιστική κληρονομιά, συνονθύλευμα θρησκευτικότητας και μαγείας, ριζωμένη στη συνείδησή του.

Και επειδή ο παραδοσιακός άνθρωπος δεν θεωρούσε τον εαυτό του κάτι ξεχωριστό μέσα στη φύση, πίστευε ότι η πνευματική διάσταση των πραγμάτων δεν αφορά μόνο τον ίδιο αλλά και ό,τι τον περιβάλλει, έμψυχα και άψυχα, ζώα, φυτά και αντικείμενα. Πολλές φορές μάλιστα τα μαγικά μέσα που χρησιμοποιεί (γηθειές, δεσίματα, μαγικά τεχνάσματα και συνταγές) είναι πανομοιότυπα με εκείνα που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του, τεκμήριο της αντίληψης του για την ισότητα των ειδών μέσα στη φύση[1].  

Ο αγροτοκτηνοτροφικός κόσμος, η αντιπροσωπευτικότερη από εκείνες που ονομάζουμε παραδοσιακές ομάδες, χρησιμοποίησε αυτά τα μέσα για την αντιμετώπιση πάσης νόσου και μαλακίας και τούτο είναι το αντικείμενο της παρούσας εισήγησης. Θα περιοριστεί ωστόσο στα τοπικά πλαίσια της Μεσαράς και θα αντλήσει το υλικό της από τις μέχρι σήμερα ελάχιστες δημοσιεύσεις λαογραφικού υλικού από την περιοχή[2] και από αρχειακό υλικό το οποίο είναι καταχωρημένο στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών καθώς και στα αρχεία του Εργαστηρίου Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.  

 

Για την αύξηση της παραγωγής και την λύτρωσή του από την ανάγκη, ο παραδοσιακός άνθρωπος έπρεπε να μάθει να προβλέπει τα στοιχεία της φύσης  - κυρίως τα καιρικά φαινόμενα - για να μπορέσει να προγραμματίσει τις δραστηριότητές του: καλλιέργεια, σπορά, συλλογή καρπών καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που έχει σχέση με την παραγωγή και την αγροτοκτηνοτροφική δράση.  Στην προκειμένη περίπτωση η γνώση προέκυπτε από την παρατήρηση των καιρικών φαινομένων, που του επέτρεψε να διαμορφώσει ένα τοπικό μετεωρολογικό σύστημα, που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή, από οικισμό σε οικισμό, καθώς οι μετεωρολογικές προβλέψεις έχουν να κάνουν τις περισσότερες φορές με τον οπτικό ορίζοντα της περιοχής που κατοικεί: στον Καλοχωραφίτη λ.χ. για να βρέξει τα σύννεφα πρέπει να έρχονται από τα Παξιμάδια (νησίδες ανοιχτά του κόλπου της Μεσαράς), ενώ όταν το Κέντρος (βουνό στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης) έχει σύννεφα, θα φυσήξει βοριάς.  

Σε ετήσια βάση διαμόρφωσε σταθερές πρόβλεψης του καιρού: Παρατήρησε ότι «όταν η πρωτοχρονιά είναι καλή μέρα, θα κάμει άγρια χρονιά. Βαρύς χειμώνας ακόμα θα είναι όταν την ημέρα του Προφήτη Ηλία, που κάνει ζέστη πολλή, εμφανιστεί κάποιο σύννεφο ανατολικά»[3].  «Όσες αφούρες κάνει τον Ιούλιο, τόσες κακοκαιρίες κάνει το Δεκέμβρη, όσες αφούρες κάνει ο Αύγουστος, τόσες χιονιές κάνει ο Γενάρης»[4]. «Ό,τι καιρό κάνει την ημέρα της Υπαπαντής, στις 2 του Φλεβάρη, θα διαρκέσει 40 μέρες[5]». «Ό,τι καιρό κάμει σάμε το κολατσό τη μέρα του Προφήτη Ηλία, θα κάμει και τον περισσότερο χειμώνα[6]».

Πρόβλεψη του καιρού γίνεται ακόμα και από τις ημέρες:

 

Η Πέμπτη κόβγει το βοριά κι η Παρασκή το χιόνι

και το Σαββατοκύριακο τονε σοδυναμώνει[7].

 

Προβλέψεις ημερήσιες μπορούν να γίνουν προσέχοντας τις αντιδράσεις των ζώων. «Όταν τσιμπούν οι μύγες, όταν μουγκρίζουν τα βόδια, όταν τζέλεται το γουρούνι, όταν φταρμίζεται ο κάτης προμηνύεται χειμώνας»[8]. «Όταν λούγιεται ο κάτης, θα κάμει νερό…Όταν τα ζώα βορνίζουνε, θα κάμει χιονιά»[9]. «Όντο βήχει ο κάτης, θα πιάσει ογλήγορα κακοκαιρία. Όντο βρέχει ο κάτης τα πόδια ντου με τη γλώσσα ντου κι ύστερα λούγει την κεφαλή ντου, μαςε δείχνει με τη στάση ντου και σο ντο μέρος απού γυρίζει την κεφαλή ντου είντα καιρός είναι αυτή τη στιγμή, βοργιά, νότος κ.ά... Όντο παίρνει ο χοίρος με τα δόντια ντου κλαδιά ξερά γή χλωρά και τα πάει μέσα στο αχύρι για να ξαπλώσει απάνω ντως, θα κάμει κακοκαιρία. Όντο κατεβαίνουνε οι πέρδικες το χειμώνα κοντά στο χωριό και κακαρίζουνε, θα ‘χομε βαρυχειμωνιά. Όντο φωνιάζει αποβραδίς η σκλώπα, προμηνύεται καλός καιρός. Άμα πάει η γάτα το χειμώνα κοντά στη φωθιά, θα χιονίσει»[10].

Η πρόγνωση του καιρού γίνεται και με αστρονομικές παρατηρήσεις: «Όταν το φεγγάρι έχει σκιά»[11] θα βρέξει,  «Αν το φεγγάρι έχει κύκλο θα φυσάει αέρας, όταν έχει «στέρνα», θα βρέξει»[12]. Αλλού πάλι «Όντο θα ‘ναι το φεγγάρι ανάσκελα, τοτεσάς θα περάσει όλο χωρίς να βρέξει»[13]. Ενώ «Όταν το μισοφέγγαρο είναι βορεινό», δηλαδή κοιτάζει προς το βορά, «τότε θα φυσήξει αέρας και θα κάνει ανεμοστρόφιλους»[14]. 

Αλλού παρατηρούν τη φωτιά στο τζάκι: «Όντο σπιθίζουνε τ’ αναμμένα κάρβουνα, προμηνύεται μεγάλη κακοκαιρία… Ανε θες το χειμώνα να ιδείς είντα καιρό θα κάμει την άλλη μέρα, ρίξε ένα φύλλο στη φωθιά. Ανέ χτυπήσει, θα κάμει καλή μέρα[15], ενώ «Όταν τα κάρβουνα στη φωτιά σβήνουνε, τότε το πρωί θα βρέξει»[16]. «Όταν» πάλι «βρέχει και κάνει το νερό φούσκες, θα κάμει πολύ νερό»[17].

Και επειδή η βροχή είναι ευλογία Θεού, θεωρείται μεγάλο αμάρτημα να δυσανασχετήσει κάποιος επειδή βρέχει και εκστομίσει τη φράση «Πάλι βρέχει!». Υπάρχει μάλιστα σχετική μαντινάδα:

 

Απού ‘κλασε στην εκκλησά κι είπε και «Πάλι βρέχει!»

και περιγέλασε παπά ποτέ σωμό δεν έχει.

 

Λέγεται ακόμα και:

 

Ποτέ μου δεν είπα «Βρέχει πάλι!»

και δεν έπλυνα τα πόδια μου απάνω σ’ άλλη,

 

επειδή θεωρείται αμάρτημα να πλένει κάποιος τα πόδια του τρίβοντας το ένα με το άλλο[18].

Η σύνδεση της παραγωγής με τη βροχή αποτυπώνεται και στις γνωμικές μαντινάδες:

 

Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα

και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τ’ αμπάρια γεμισμένα[19].

 

Χαράς τα Γέννα τα στεγνά και τη Λαμπρά να βρέχει

και ο παπάς να λειτουργεί να πει Χριστός Ανέστη.

 

Αν κάμει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,

χαρά απού την έχουνε του κόσμου τα σπαρμένα[20].

 

Οι μαντινάδες αυτές συνδέονται με την παραγωγή δημητριακών. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, όταν αναφερόμαστε στην Μεσαρά μέχρι και τις δυο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, είναι μια κυρίως σιτοπαραγωγική ζώνη με κάποιες αμπελοκαλλιεργούμενες εκτάσεις. Η σπανιότητα των δέντρων είναι τέτοια, ώστε όταν αυτά υπάρχουν, να αποτελούν ονοματοποιητικό στοιχείο για την περιοχή (πχ. στην Αμοναχή Ελιά, στα Τρία Ελιδάκια, στου παπά Γιώργη την Ελιά κ.ά), ενώ είναι φημισμένο το λευκό μεσαρίτικο σιτάρι[21].

Η πρόβλεψη για την παραγωγή δημητριακών γίνεται με την παρατήρηση διάφορων φαινομένων: «Όταν οι αθάνατοι δεν συρκώνουν θα κάμει καλή χρονιά. Όταν η ασφεντιλιά δεν καρπίσει, το σιτάρι θα συρκώσει και θα τα πιάσει βρώμα. Όταν η κεραζώζα έχει μπλε χρώμα θα καρπίσουν τα σπαρμένα» [22]. Στο Ρουφά Καινουργίου την πρωτομαγιά διατηρούνταν ένα σπάνιο έθιμο: αντί λουλούδια μάζευαν σιταροκεφαλές και τις κάρφωναν πάνω σε μια βουτσά (σβουνιά βοδιού) την οποία κολλούσαν πάνω από την  πόρτα[23]. Η επιλογή του σιταριού «του αρχέγονου και πολυσήμαντου πρωταρχικού είδους διατροφής» που χρησιμοποιείται και για αντιβασκανικές πράξεις[24], εκτός από αποτροπιαστικό σύμβολο, λειτουργεί στη σιτοπαραγωγό Μεσαρά και ως προστατευτικό της αφθονίας της παραγωγής.    

 

Για την έναρξη της σποράς πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη δυο παράγοντες, η ημέρα και το φεγγάρι: «Η σπορά αρχίζει Δευτέρα ή Τετάρτη και τελειώνει Παρασκευή. Το φεγγάρι να είναι στη λίγωση». Επειδή όμως δεν γνώριζαν πότε αρχίζει η νέα σελήνη στηρίζονταν στην αστρονομική φράση που λέει «Όντο δειπνάς και δεν με ιδείς, καθάρια λίγωσή ‘μαι»[25].  Δηλαδή αν στις οκτώ το βράδυ περίπου δεν φαίνεται το φεγγάρι στον ουρανό, τότε είναι λίγωση.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η θρησκεία. «Πριν αρχίσει η σπορά κάνομε αγιασμό στο σπίτι και αγιάζει ο παπάς τα σπορικά και τσι τέσσερεις ρουκούνους του σπιτιού»[26], «Την πρώτη μέρα που αρχίζαμε να σπέρνομε καλούσαμε τον παπά και μας έκανε αγιασμό. Στον αγιασμό βάναμε ένα πιάτο από κάθε είδος, κριθάρι, στάρι, ταγή, μιγάδι και από όλα τα όσπρια και ύστερα το ρίχναμε στο σπόρο»[27]. Μετά ακολουθεί η μακραίωνη παράδοση των προλήψεων: «Βάζομε μετά το σπορικό στο σποροσάκι και μέσα στο σπόρο βάζομε ένα ρόγδι[28]. Το ρόγδι μένει μέσα στο σακί μέχρι να τελειώσει η σπορά και όταν τελειώσει το τρώει ο ρεσπέρης»[29]. «Κατά την σποράν εις την Μεσαράν οι ζευγάδες δεν ξυρίζονται διότι «τα σπαρμένα ντως δε θα πετύχουνε». «Ο ζευγάς επήγαινε και κουρεύγουντονε, γιατί άμα ‘θελα ντακάρει να σπέρνει, δεν εξανακουρεύγουντονε ίσαμε να ‘ποσπείρει, γιατί, λέει, δεν επετυχαίνανε καλά τα σπαρμένα. Είχε ένα σακί ξαργητάρικο και έβανε όλο τον καιρό τση σποράς το σπόρο, και το λέγαμε σποροσάκι. Μέσα στο σποροσάκι εβάνανε ένα ρόγδι και άμα ‘θελα ποσπείρει, τό ‘τρωγε μόνο ο ζευγάς, για να πετύχουνε τα σπαρτά»[30] ή «για να γίνει πυκνό το στάρι»[31]. Το ρόδι ως σύμβολο της γονιμότητας και της αφθονίας των υλικών αγαθών χρησιμοποιείται στο γάμο, και την πρωτοχρονιά. Όταν η νύφη μπαίνει για πρώτη φορά στο καινούργιο της σπίτι, σπάζει ένα ρόδι για να γεμίσει το σπίτι παιδιά και αγαθά. Τον συμβολισμό του πλούτου έχει το σπάσιμο του ροδιού και την ημέρα της πρωτοχρονιάς.

Την ημέρα που θα «βγάλει σπόρο» ο ζευγάς, δεν δέχονται ποδαρικά στο σπίτι, γι’ αυτό το λόγο η γυναίκα του σπιτιού κλείνει τις πόρτες, για να μην έλθουν επισκέπτες. Στο Τυμπάκι το ρόγδι που βάζουν στο σποροσάκι το ανοίγει ο γεωργός και το σκορπίζει στο χωράφι για να «πληθύνουν τα σπαρμένα». Συνηθίζεται επίσης να κουρεύουν τις ουρές των βοδιών[32]. 

 

«Πρέπει οπωσδήποτε να γίνει η σπορά τον Οχτώβρη. Λέγεται μάλιστα η ρήση: Οχτώβριο δεν έσπειρες, οχτώ σπόρους πώς τσί ‘θελες;»[33]. «Οχτώβρη και δεν έσπειρες, λίγο καρπό θα βγάλεις. Όποιος σπέρνει τον Οχτώβρη, έχει και γεμάτο αλώνι»[34]. Η εορτή μάλιστα των Εισοδίων της Παναγίας στις 21 Νοεμβρίου είναι καθοριστική για τους γεωργούς, καθώς πρέπει να έχουν σπείρει τουλάχιστον τα μισά δημητριακά τους. Αυτός είναι και ο λόγος που η Παναγία πήρε το προσωνύμιο Μεσοσπορίτισσα[35]. Την ημέρα αυτή οι οικογένειες διαιωνίζοντας την πανσπερμία των αρχαίων, μαγειρεύουν όσπρια (φασόλια, ρεβύθια, φακές) και σιτάρι και γευματίζουν ευχόμενοι καλή σοδειά. Πιστεύεται μάλιστα πως τα δημητριακά που έχουν σπαρθεί μέχρι τις 21 Νοεμβρίου φυτρώνουν γρηγορότερα. Στο Τυμπάκι και συγκεκριμένα στον οικισμό Φωτεινόπουλο, εορταζόταν η Παναγία η Πρωτοσπορίτισσα στις 8 Σεπτεμβρίου, η οποία συνέπιπτε με το τέλος του αλωνίσματος και την έναρξη της νέας καλλιεργητικής περιόδου των δημητριακών[36].

Υπάρχει και η αποφράδα για την σπορά ημέρα: «Την εορτή των Αγίων Σαράντα, το Μάρτιο, δεν σπέρνεται τίποτα γιατί θα κάνει 40 μέρες να φυτρώσει»[37]. 

Για την εξασφάλιση μια καλής σοδειάς έπρεπε ο σπόρος που έσπερναν να φυτρώσει όλος. Τα πουλιά, ο «φυσικό εχθρός» του αγρότη, έπρεπε να εμποδιστούν από το να σκαλίζουν το χώμα και να τρώνε τον σπαρμένο καρπό. Για να το πετύχουν αυτό, στον Καλοχωραφίτη την παραμονή των Φώτων έπαιρναν φωτοκόλλυβα, πανσπερμία δηλαδή καρπών, τα πετούσαν στο δώμα, στη στέγη δηλαδή των σπιτιών, και έλεγαν την επωδό:

 

Φάτε, πουλιά, κόλλυβα, φάτε φωτοκόλλυβα.

Φάτε πουλιά ‘γριόπουλα ‘πό του ζευγά τον κόπο

και μην ξαναπειράξετε του ζευγαριού τον τόπο.

 

Κάτι ανάλογο ευχόταν στη Βασιλική Καινουργίου η μητέρα του αγρότη:

 

Φάτε, πουλιά, φάτε, πουλιά, φάτε να φωτιστείτε

και στων παιδιώ μου τσι σπορές να μην ξαναπατείτε[38]. 

 

Όταν ερχόταν ο καιρός του θερισμού και του αλωνίσματος έπρεπε να προφυλαχτούν τα ζώα από το κακό μάτι, το φταρμό ή φθιαρμό: «Τα ζώα μας τα προφυλάσσομε από το κακό μάτι με ένα φυλακτό που το κρεμούμε στο ζυγό ή στο λαιμό του. Το φυλακτό έχει μέσα κάρβουνο, ασπάλαθο, αυγόκουπα[39], αλάτι και σκόρδο»[40].

 

Της έναρξης του θερισμού προηγείται η επίκληση του θείου: «Στ’ όνομά σου, Θε μου και ζωοποιέ Σταυρέ μου» ή «Στ’ όνομά σου, Τίμιε και ζωοποιέ Σταυρέ μου» ή «Στ’ όνομα του Χριστού και τση Παναγίας»[41]. Για να μειώσουν την κόπωση και κυρίως τον πόνο στη μέση λόγω του παρατεταμένου σκυψίματος, φρόντιζαν την ημέρα τση Λαμπρής, μετά τη δεύτερη Ανάσταση ή αλλιώς ‘Κρανάσταση, να παίζουν την καμπάνα της εκκλησίας. Όσο περισσότερο κτυπούσαν την καμπάνα, τόσο λιγότερο θα τους πονούσε η μέση κατά το θερισμό[42]. Με την ολοκλήρωση του θερισμού ο γεωργός σκορπίζει στάχυα στο χωράφι και απευθυνόμενος προς τα πουλιά λέει την επωδό:

 

«Φάτε, πουλιά, αγριόπουλα, από του ζευγά τον κόπο

για να του ευχηθείτε να είναι και του χρόνου καλά»[43].

 

Όταν έρχεται η περίοδος του αλωνίσματος, ο γεωργός μπαίνει στο αλώνι με σεβασμό και κάνει το σταυρό του, όπως όταν μπαίνει στην εκκλησία[44]. «Όταν «ζευλώνουν τα βούγια» τα βάζουν με κατεύθυνση προς τα δεξιά, για «να πάνε δεξά ούλες οι δουλειές».. Στο τέλος του λιχνίσματος συγκεντρώνεται ο καρπός στο κέντρο του αλωνιού σε σχήμα σωρού και καρφώνουν επάνω «όλα τα χρειαζόμενα, δηλαδή το θρινάκι, την παλάμη και τον παράσυρο»[45], προσκυνούν τον καρπό λέγοντας «Δοξάζω σε, Θε μου, που το σταύρωσες», ευχόμενοι «Με την υγεία σας να το ξοδέψετε», «Με την υγεία σας να πορεχτείτε τσι κόπους σας»[46]. Κακό παρατήρημα είναι να διασκελίσει κάποιος το λαμί, τον συγκεντρωμένο δηλαδή καθαρό καρπό μετά το λίχνισμα.

 

Από την ημέρα που θα αρχίσει το αλώνισμα το μήνα Ιούλιο «δε σκουπίζουνε το σπίτι του νοικοκύρη και όσες μέρες είναι στρωμένος ο καρπός  χάμε στ’ αλώνι δε δίδουνε μουδέ φωθιά απού το φούρνο ντως σε κιανένα. Όταν ολοκληρωθεί το αλώνισμα και συγκεντρωθεί σε σωρό η σοδειά στο κέντρο του αλωνιού, η νοικοκυρά φέρνει ένα σταμνί κρύο νερό με το οποίο πλένονται όλοι όσοι βοήθησαν στη διαδικασία του αλωνίσματος ευχόμενοι στον ιδιοκτήτη «Και του χρόνου». Στη συνέχεια η νοικοκυρά παίρνει το σταμνί και τρέχοντας γρήγορα γύρω από το σωρό χύνει το νερό ώστε να σχηματιστεί ένας κύκλος γύρω από τον συγκεντρωμένο καρπό, και εύχεται: «Και του χρόνου Θεέ μου, να μας αξώσεις να γενεί ο σωρός μας τόσο μεγάλος όσος είναι ο κύκλος απού ‘καμα με το σταμνί»[47]. Η χρήση του κύκλου είναι πανάρχαια και συνηθίζεται σε μαγικές τελετές, καθώς το κλειστό σχήμα του προστατεύει ό,τι βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν, στην προκειμένη περίπτωση την ετήσια παραγωγή[48]. Η χρήση του νερού για το σχηματισμό του κύκλου συνδέεται με τις χοές στις χθόνιες θεότητες ως έκφραση ευγνωμοσύνης για την προσφορά τους. Ουσιαστικά εδώ διαπιστώνουμε την επιβίωση μιας αρχαίας τελετής προς τιμήν  της Δήμητρας, τη θεάς της γεωργίας για την προσφορά της σε καρπούς.      

Κατά τη διαδικασία του αλωνίσματος οι γεωργοί έπρεπε να προσέχουν να μην «μπουκώσει» ο βολόσυρος. Ο βολόσυρος έχει από κάτω ή «νύχια», δηλαδή κομμάτια από σκληρό πέτρωμα ή οδοντωτές λάμες, τα μαχαίρια, που ερχόμενα σε επαφή με τα στάχυα και με το βάρος του αναβάτη τα έκοβαν και αποχώριζαν τον καρπό από το άχυρο. Πολλές φορές στόμωνε και ο αναβάτης έπρεπε να κατέβει, να ανασηκώσει ή κάποιες φορές να αναποδογυρίσει το βολόσυρο για να απελευθερωθεί από τα άχυρα που είχαν στομώσει τα νύχια ή τα μαχαίρια. Επειδή αυτή η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και καθυστερούσε το αλώνισμα, πριν ξεκινήσει η διαδικασία στον Καλοχωραφίτη γήτευαν το βολόσυρο:

 

Εκίνησε ο φταρμός, το κακό παρατήρημα.

Κι αφέντη μας Χριστός  επέρασε.

-Πού πας φταρμέ

πού πας καημέ,

πού πας κακό παρατήρημα;

-Πάω να βρώ κόρη να μαράνω,

άγγουρο να καταλύσω,

μωρό παιδί στην κούνια,

κουράδι να ξεκουραδώσω,

αμπέλια να ξεράνω,

δεντρά να ξεπατώσω.

-Να πάρεις να πας στα όρη, στ’ άγριγια βουνά,

να βρεις άγριγιο λάφι

να φας από το κρέας του,

να πιεις από το αίμα ν-του,

να λείπεις από του δούλου του Θεού … (όνομα) το βωλόσυρο[49].

 

Η συγκεκριμένη γηθειά είναι σημαντική για τη λαογραφική έρευνα γιατί αποδείχνει ότι ο παραδοσιακός άνθρωπος όχι μόνο πιστεύει πως ό,τι συμβαίνει γύρω του έχει και μεταφυσική διάσταση, αλλά και ότι αισθάνεται ίσος με ότι τον περιβάλλει, έμψυχο ή άψυχο, και για το λόγο αυτό χρησιμοποιεί και για τα αντικείμενα τα ίδια μέσα προστασίας που διαθέτει για τον εαυτό του. Η συγκεκριμένη γηθειά δεν είναι παρά η ίδια που σιγοψιθυρίζει όταν θέλει να διώξει το κακό μάτι, το φταρμό, τροποποιώντας μόνο το τέλος της: «να λείπεις από του δούλου του Θεού …..το βολόσυρο», αντί του συνηθισμένου «να λείπεις από το δούλο του Θεού ….. (τάδε)».

 

Το αλώνισμα ήταν η χαρά των παιδιών. Αγαπημένη ασχολία τους να ανεβούν πάνω στο βολόσυρο, να καθίσουν μπροστά στα πόδια του πατέρα που οδηγούσε τα ζώα, και να κάνουν «βόλτες» στο αλώνι ολόκληρη την ημέρα. Όταν βαριόντουσαν, κατέβαιναν και έπαιζαν με άλλα παιχνίδια ή δοκίμαζαν τις δικές τους μαγικές ικανότητες. Αγαπημένο παιγνιδόξορκο ήταν εκείνο που έκανε τα βόδια να μυγιάζονται και να δημιουργούν αναστάτωση στο αλώνι. Επαναλάμβαναν, κίνδυνο ξυλοδαρμού, ρυθμικά:          

 

Έβγα μύγια απού το βώλο

κι έμπα στου βουγιού τον κώλο.

ή

Έβγα μύγια απού το βώλο

κι έμπα στου βουγιού τον κώλο,

δος του να πυροβολήσει

και τα όρη να γυρίσει.

 

Για να είναι ο καιρός καλός και ο άνεμος ούριος για το λίχνισμα, στη Βασιλική Καινουργίου έπαιρναν δύο κομμάτια καλάμι, τα έδεναν σε σχήμα σταυρού, τον κάρφωναν στο χώμα και έλεγαν την επωδό:

 

Αέρηδες του κόσμου, σεβαστείτε το σταυρό,

να λιχνίσομε το στάρι / το κριθάρι[50].

 

Η χρήση το σταυρού έχει εμφανή σύνδεση με τη χριστιανική θρησκεία και την επίκληση στο θείο για να συντρέξει ώστε να ελεγχθούν τα στοιχεία της φύσης, στην προκειμένη περίπτωση ο αέρας[51]. Το καλάμι ωστόσο δεν είναι τυχαίο υλικό. Δεν παίρνουμε ένα οποιοδήποτε ξύλο, αλλά μόνον καλάμι, το οποίο συχνά χρησιμοποιείται σε μαγικές τελετές και θυσίες[52]. Το ίδιο σταυρικό σύμβολο χαράσσεται πάνω στο σωρό του καρπού, όταν ολοκληρωθεί το αλώνισμα και συγκεντρωθεί η παραγωγή στο κέντρο του αλωνιού και ακριβώς στη μέση θα καρφωθεί το θρινάκι, το ξύλινο φτυάρι με το οποίο λίχνιζαν το σιτάρι. Στο σχήμα αυτό ολοκληρώνεται η απόλυτη προστασία της παραγωγής και των καλλιεργητών της: το αλώνι αποτελεί από μόνο του έναν προστατευτικό κύκλο μέσα στον οποίο βρίσκεται η οικογένεια. Μέσα σ’ αυτόν το ευρύτερο κύκλο υπάρχει ένας μικρότερος, εκείνος που σχημάτισε η νοικοκυρά με το νερό, για να προστατεύσει την παραγωγή, στην κορυφή του παραχθέντος καρπού το παντοδύναμο σύμβολο του σταυρού και στο κέντρο το θρινάκι να ορθώνεται σαν ανθρώπινο χέρι με τις πέντε απολήξεις του και να μουντζώνει όποιον κακόβουλο ήθελε φθονήσει την νέα σοδειά.

Ενώ στη σπορά, όπως είπαμε, ο εχθρός είναι τα πουλιά, στο αλώνισμα είναι τα μυρμήγκια. Όσο μικρά κι αν μας φαίνονται, επειδή λειτουργούν ομαδικά και συστηματικά, αν βρεθεί μια στρατιά από αυτά στο αλώνι τις μέρες του αλωνίσματος, η απώλειες για τον μέσο μικροπαραγωγό είναι υπολογίσιμη. Η εκδίωξη τους από το αλώνι ακολουθούσε μια διαδικασία με μαγικά λόγια και τελετουργικές πράξεις. Στον Καλοχωραφίτη έπαιρναν ένα μυρμήγκι, το μεγαλύτερο που έβρισκαν, το έδεναν με μια κόκκινη κλωστή και το πετούσαν πίσω στην πλάτη τους, μιμούμενοι τη μεταφορά ενός τσουβαλιού και προσποιούμενοι ότι έχει μεγάλο βάρος, γυρνούσαν γύρω από την μυρμηγκιά λέγοντας:

 

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Μέρμηγκα, πρωτομέρμηγκα,

πρώτε τω μελιτάκω,

άμε στα όρη στα βουνά,

στ’ άκαρπα δεντρά,

να φας γόνι και τριγόνι

και τσ’ αγκαραθιάς τη σκόνη

και να λείπεις από του δούλου του Θεού ……(όνομα) τ’ αλώνι[53].

 

Το κόκκινο χρώμα της κλωστής είναι μέρος ενός μαγικού τελετουργικού γνωστού από την αρχαιότητα και συμβόλιζε το αίμα και πιστεύεται ότι συμβάλλει στην ολοκλήρωση της μαγικής πράξης[54]. Η διαδικασία των κινήσεων έχουν θέση σε όλες της τελετές, ακόμα και στις θρησκευτικές, και πιστεύεται ότι ο συνδυασμός τους με το μαγικό λόγο οδηγεί στην αίσια έκβαση του επιδιωκόμενου στόχου[55].

Στην Πόμπια ο μαγικός λόγος τροποποιείται μερικώς:

 

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Μέρμηγκα παραμέρμηγκα,

μέρμηγκα τω μερμήγκω,

σήκω, πάρε τ’ ασκέρι σου

κι άμε στα όρη στα βουνά

να τρως βόλια και τριβόλια

και τση σκοναναγκαραθιάς  τα σκόνια[56].

 

Στις Μοίρες επαναλάμβαναν τρεις φορές πρωί βράδυ[57] τη γηθειά:

 

Μύρμηγκα, παλιομύρμηγκα, μύρμηγκα τω μυρμήγκω,

πάρε τα γεννημένα σου και τ’ απογέννητά σου

κι άμε να κατοικήσετε πάνω στα όρη, τα βουνά,

απού δεν κράζουν πετεινά,

να τρώτε ατριβόλους κι ό,τι τύχει

και από το στάρι μου να λείπες[58].

 

Στο Τυμπάκι η γηθειά είχε απειλητικό χαρακτήρα:

 

Μελιτακιά, μελιτακιά,

πάρε τα τα παιδιά σου,

να πας στα όρη στα βουνά

να κάμεις τη φωλιά σου,

μη μ-πάρω σπίρτα και φωθιά

και κάψω τα παιδιά σου.[59]

 

Επειδή όμως η εργατικότητα των μυρμηγκιών τα καθιστά, όπως και τις μέλισσες, συμπαθείς υπάρξεις και θεωρείται αμάρτημα η εξολόθρευσή τους, η γηθειά στις Στάβιες Μονοφατσίου, εξακολουθεί να διατηρεί τον απειλητικό χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα τα διατάσσει να μετοικήσουν στο αλώνι του γείτονα ή κάποιου άλλου:

 

Μελιτακιά, μελιτακιά,

πάρε τα γεννημένα σου

και τα αγέννητα σου

κι άμε στου ……….(όνομα) το σπίτι/αλώνι

να κάμεις τη φωλιά σου,

αλλιώς θα πάρω ξύλα και φωθιά

να κάψω τον οντά σου[60].

 

 

            Η δεύτερη σε έκταση γεωργική καλλιέργεια στον κάμπο της Μεσαράς ήταν η αμπελοκαλλιέργεια. Η έκταση που είχα αυτή η δραστηριότητα αποτυπώνεται ακόμα και σήμερα στα τοπωνύμια των οικισμών. Δεν υπάρχει οικισμός που να μην διατηρεί τοπωνύμια όπως, στην Αμπέλα, στσ’ Αμπέλες, στ’ Αμπέλια, στην Αμπελιώτισσα, στο Πατητήρι, στο Ληνό κ.ά.

Η μεταφυσική είναι παρούσα από το φύτεμα του αμπελιού: Όταν φυτεύανε το κλήμα έκαναν «ένα σταυρό στην πάνω μπάντα και άμα θελα πιάσει ο σταυρός ‘θελα ‘χει επιτυχία και το φυτό»[61].  Ωστόσο κανόνας απαράβατος είναι να μην φυτεύεται αμπέλι τα δίσεκτά έτη:

 

Σαν είναι ο χρόνος δίσεχτος γάμοι να μη γενούνε,

ελιές κι αμπέλια μη φυτές γιατί κοτσιπιδιούνε[62].

 

Για το κλάδεμα του αμπελιού παρατηρείται διχογνωμία: από τη μια πληροφορητές μεταφέρουν ότι «όντε κλαδεύγομε, εθέλαμε να ‘ναι γέμιση, για να γεμώσει τ’ αμπέλι σταφύλια», ενώ άλλοι παραδέχονται τη γνωμική φράση «Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην ξανοίγεις»[63].   

             Στο Ζαρό, αν την περίοδο που το αμπέλι βγάζει τα πρώτα φύλλα ο καιρός είναι κακός και κάνει παγετό και υπάρχει κίνδυνος να καταστραφούν οι τρυφεροί βλαστοί, οι αμπελουργοί πηγαίνουν στα αμπέλια, ανάβουν φωτιές και λένε την επωδό:

 

Φύγε φύγε κατσιφάρα

κι ο Γαβρίλης κατεβαίνει

πυρωμένος, μανισμένος

με τα σίντερα ζωσμένος[64]. 

 

Η επίκληση στον αρχάγγελο Γαβριήλ ίσως να μην είναι τυχαία, καθώς είναι ο άγγελος που προσέφερε, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, στην Θεοτόκο τον κρίνο, το κυρίαρχο σύμβολο της γονιμότητας. Γίνεται επίκληση σ’ αυτόν ακριβώς για να  προστατέψει την γέννηση της νέας ζωής, του αμπελιού[65]. Η αναφορά στη σιδερένια πανοπλία του ερμηνεύεται επίσης καθώς το σίδερο στις μαγικές τελετές θεωρείται μέταλλο με μεταφυσικές ιδιότητες, αποπεμπτικές για το κακό[66].  Ο σιδερένιος οπλισμός που φέρει ο αρχάγγελος, τα σπαθιά και τα μαχαίρια στη μέση του είναι αποτροπαϊκά σύμβολα καθώς νεκροί και δαίμονες φοβούνται τα όργανα αυτά[67]. Ακόμα και η χρήση φωτιάς, πέρα από το γεγονός ότι μπορεί να επηρεάσει το μικροκλίμα, μπορεί να συνδεθεί με τις μαγικές τελετουργίες στις οποίες αποκτά καθαρκτικό χαρακτήρα. Καθώς έχει την ιδιότητα να καταστρέφει κάθε κακό πνεύμα και δύναμη. Ας μην ξεχνάμε εκείνο που τονίστηκε στην αρχή της εισήγησής μας ότι βαθιά πεποίθηση του παραδοσιακού ανθρώπου είναι πως οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του έχει όχι μόνον φυσικά, αλλά και μεταφυσικά, πνευματικά αίτια. Από αυτόν το κανόνα δεν εξαιρείται ούτε ο παγετός.

Όταν αρχίζουν να μεγαλώνουν οι ρόγες των σταφυλιών, να χοντραίνουνε όπως λένε στην Κρήτη, τα παιδιά, καμιά φορά και οι μεγάλοι, στο Ζαρό Καινουργίου έπιαναν έναν τζίτζικα, του έκοβαν τα φτερά τόσο όσο να μην μπορεί να πετάξει, τον άφηναν κάτω από μια κουρμούλα,  το φυτό δηλαδή του αμπελιού και έλεγαν:

 

Τζίτζι, τζίτζι τζίτζι, τζι,

μαύρη ρόγα να φανεί

μαύρη και γυαλιστερή[68].

 

Εκ πρώτης όψεως έχουμε μια παιγνιώδη τελετή και τη σύνδεση της ωρίμανσης των σταφυλιών με την εμφάνιση των τζιτζικιών, γνωστή στη λαϊκή ελληνική παράδοση και αποτυπωμένη στη φράση «τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρόγα γυάλισε», πρόκειται ωστόσο για μια τελετουργική διαδικασία θυσίας ζωντανού οργανισμού για την πρόκληση ενός αποτελέσματος.

Όταν αρχίζουν να μαυρίζουν οι πρώτες ρόγες, παιδιά και μεγάλοι σπεύδουν λιγώσουν, να δοκιμάσουν δηλαδή τη νέα παραγωγή ευχόμενοι «Λίγωση και γέμωση!». Την γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος  στις 6 Αυγούστου οι αμπελοκαλλιεργητές κόβουν σταφύλια και τα πηγαίνουν στην εκκλησία σε δίσκους για να τα ευλογήσει ο παπάς, για να πάει καλά η χρονιά[69]. Το αίσιο αποτέλεσμα μπορούν να το προβλέψουν παρατηρώντας τα χρώματα της κεραζώζας, του ουρανίου τόξου:  όταν έχει έντονο κόκκινο χρώμα θα βγει πολύ κρασί[70].

Όπως σε κάθε συγκομιδή, όταν έρθει η εποχή του τρύγου, ο γεωργός ετοιμάζει τα σύνεργά του, τα σταυρώνει και λέει «Στ’ όνομά σου Θε μου και Δεσπότη μου Χριστέ μου»[71], ενώ το άνοιγμα των βαρελιών συνδέθηκε με την ανακομιδή των οστών του Αγίου Γεωργίου στις 3 Νοεμβρίου, εορτή καταξιωμένη στη λαϊκή συνείδηση ως γιορτή του Άη Γιώργη του Μεθυστή. Έχω υπόψη μου τουλάχιστον δυο ναούς στην Κάτω Μεσαρά αφιερωμένους στον συγκεκριμένο άγιο: ένα εξωκκλήσι στον Καλοχωραφίτη και ο κεντρικός ναός της Πόμπιας.

Επειδή το αμπέλι είναι ευαίσθητο σε ασθένειες και επειδή τα μέσα προστασίας είναι πενιχρά οι αμπελουργοί εφηύραν ένα φάρμακο, τον άθο (στάχτη). Την περίοδο των εορτών του δωδεκαημέρου, από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, οι γυναίκες δεν μάζευαν τη στάχτη από το τζάκι. Όταν τέλειων οι γιορτές τη μάζευαν και μ’ αυτήν σκόνιζαν τα αμπέλια για να μην πιάσουνε χολέρα[72].

Η μέθοδος αυτή προστασίας των φυτών με τη στάχτη εφαρμόζεται γενικότερα στα κηπευτικά. Είναι γνωστό πως στο πλαίσιο της εξασφάλισης της αυτάρκειας σε προϊόντα η κάθε οικογένεια διατηρούσε ένα μικρό κήπο, απ’ όπου προμηθευόταν τα αναγκαία για αυτοκατανάλωση λαχανικά. Λόγω της έλλειψης φαρμάκων η στάχτη ανάλαβε το ρόλο του μαγικοφυσικού φυτοφάρμακου. Για να αποκτήσει τη μαγική της ιδιότητα συνδέθηκε με την Ανάσταση: οι καλλιεργητές έπρεπε να πάρουν στάχτη από τη φουνάρα, φωτιά στην οποία παραδοσιακά καίγονταν ο Ιούδας, για να την χρησιμοποιήσουν για την προστασία των κήπων, κυρίως από μελίγκρα και τις βρομούσες, τις κλασοπαπαδιές ή κλασομαμούνες[73]. Το σκόνισμα των φυτών συνοδευόταν και από τη σχετικές γηθειές:   

Στον Καλοχωραφίτη η προσωποποίηση του κακού ακούει στο όνομα Τρανός και Τρανή:

 

Ο Τρανός και η Τρανή τρία παιδιά εκάμα,

τον ψύλλο και το λιάκουρα

και τον κακό περτσίκουρα.

Κι ο Τρανός ψυχομαχεί

κι Τρανή τον-ε ρωτά:

-Εσύ Τρανέ ψυχομαχείς

και τα παιδιά είντα θα γεννούν;

-Κάθε Πέφτη και Σαββάτο

κούκκιζε τα με τον άθο[74].

 

Ενώ στη Φανερωμένη αλλάζουν όνομα και γίνονται Νανάς και Νανού:

 

Ο Νανάς ψυχομαχεί

κι η Νανού τονε ρωτά:

Ανε μ-ποθάνεις, μπρε Νανά,

είντα θα κάμω τα παιδια;

Κάθα Πέμτη και Σαββάτο

κούκκιζε μου τα με άθο.

Γκρέμιζε τα, σκότωνε τα

κι ότι θες τα κάμε[75].

 

Ειδικότερα για την προστασία των κουκιών το ζεύγος του κακού ακούει στο όνομα Κουκάς και Κουκού:

 

Ο Κουκάς ψυχομαχεί

κι η Κουκού τον-ε ρωτά:

-Μπρε Κουκά, κι ανε μ-ποθάνεις,

τα παιδιά είντα θα τα κάμω;

-Κάθε Πέφτη και Σαββάτο

κούκκιζε τα με τον άθο[76].

 

Η γνώση του ονόματος του κακού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον έλεγχο της δύναμής του. Στη μαγική διαδικασία η γνώση των ονομάτων των πνευμάτων επιτρέπει τον έλεγχό τους από τον μάγο-καλλιεργητή[77] ενώ ταυτόχρονα του δίνονται ρητές οδηγίες του εβδομαδιαίου κύκλου της επανάληψης της διαδικασίας. Η εκλογή της ημέρας τέλεσης της μαγικής τελετής είναι καθοριστική της επιτυχίας της, καθώς τα πνεύματα δρουν σε συγκεκριμένο χρόνο[78].

 

Όσο κι αν σήμερα η ελαιοκαλλιέργεια κυριαρχεί στον κάμπο της Μεσαράς, στο παρελθόν δεν ήταν εκτεταμένη, γι’ αυτό και οι καταγραφές λαϊκών δοξασιών για την ελιά είναι λίγες. Για την παραγωγή λαδιού πίστευαν πως «Αν την ημέρα του προφήτη Ηλία είναι λίγωση, θα έχει λίγο λάδι, ενώ αν είναι γέμωση το λάδι θα είναι πολύ. Για να πάρει λάδι η ελιά εκείνη την ήμερα τοποθετούν πέτρες στη ρίζα τσ’ ελιάς[79]».

 

Σημαντική ήταν και η καλλιέργεια του λιναριού για την κάλυψη των οικιακών αναγκών σε λινά υφάσματα. Και σ’ αυτή την περίπτωση το τοπωνυμικό της Μεσαράς διασώζει αρκετά τοπωνύμια σχετικά με αυτή την καλλιέργεια: στο Λιναριά, στο Λινοβροχιό κ.ά. Όταν έσπερναν το λινάρι, επειδή τα πουλιά σκάλιζαν το φρεσκοκαλλιεργημένο χώμα και έτρωγαν το λιναρόσπορο, οι γεωργοί τα «έδεναν» με τον κατάδεσμο:

 

Επαδά σπέρνω λινάρι

του πουλιού το χαλινάρι,

να περνά και να διαβαίνει

το λινάρι να μην παίρνει.

 

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση μας αυτή θα αναφερθούμε σε ένα ιδιαίτερης σημασίας παιγνιδόξορκο το οποίο καταγράψαμε στο Κλήμα Πυργιωτίσσης. Τα παιδιά κάνοντας κινήσεις με τα χέρια κινήσεις πτώσης απήγγειλαν ρυθμικά το τραγουδάκι:

 

Ανεμογάμη πισπιρή,

έλα, γάμησε της γης,

πέσε χάμε να ποθάνεις

για να βγάλει η γης βοτάνι.

 

 

Το εκ πρώτης όψεως ελευθερόστομο αυτό παιδικό τραγουδάκι – παιγνιδόξορκο παραπέμπει σε αρχέγονες πεποιθήσεις και τελετουργίες για τη γονιμότητα της γης. Στην περίπτωσή μας γίνεται επίκληση σε ένα είδος γερακιού, τον «ανεμογάμη», να γονιμοποιήσει τη γη, επειδή και το ίδιο το όνομά του παραπέμπει στην ερωτική πράξη. Η προσφώνησή του ως «πισπιρή»5 παραπέμπει στο ρήμα «σπείρω» και πιθανότατα να πρόκειται για αλλοίωση του ορθού πανσπειρή, δηλαδή του πανγεννήτορα. Ο θάνατός του μετά την ερωτική πράξη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη βλάστηση της γης, την αναγέννησή της, φαίνεται να έχει άμεση σχέση με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον ετήσιο κύκλο της ζωής στη φύση.



[1] Χαράλαμπος Πασσαλής, Νεοελληνικές λαϊκές επωδές (γητειές, ξόρκια). Μορφολογικά χαρακτηριστικά και εθνογραφικές καταγραφές, Διδακτορική διατριβή, Θες/νικη 2000, σελ. 55, Στέφανος Ήμελλος, Ναξιακαί Επωδαί, Λαογραφία Κ΄ (1962), σελ. 190, Ξ. Π. Φαρμακίδης, Κυπριακαί επωδαί, Λαογραφία Θ΄ (1926-1928), σελ. 610.

[2] Ευαγγελία Λαμπιθιανάκη Παπαδάκη, Λαογραφία Κρήτης, τομ. Α-Γ, Ηράκλειο 1982, Ανδρέας Λενακάκης, Μαγικές επωδοί και κατάδεσμοι στη Μεσαρά, ήτοι γηθειές, δεσίματα, παιγνιδόξορκα και ένας μαγικός κώδικας γραμμένος στη Μεσαρά το 1906, Αντίλαλος 2007

[3] Κυπράκη Αλίκη, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ του χωρίου Πιτσιδίων Μεσσαράς Ηρακλείου, Λαογραφικό Αρχείο και Μουσειακή Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών 1968, .αρ. χργφ. 258, σελ. 35-36.

[4] Τερζάκης Γεώργιος, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Ρωτασίου Μονοφατσίου Ηρακλείου, Λαογραφικό Αρχείο και Μουσειακή Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών 1968, αρ. χργφ. 269, σελ. 9.

[5] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π.  τόμ. Β΄, σελ. 185

[6] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π.  τόμ. Β΄, σελ. 202

[7] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, Ζητήματα λαογραφίας, Μεσαρά Κρήτης, Αρχείο Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. χργφ. 01601, σελ. 74 (αντίγραφο της συλλογής διαθέτει και η οικογένεια Μαλεφιτσάκη).

[8] Κυπράκη Αλίκη, ό.π. σελ. 35-36. Βορνίζουν = κατευθύνονται βόρεια Στην περιοχή καταγραφής νοτίως βρίσκονται τα Αστερούσια όρη. Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 201-203

[9] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 10-11.

[10] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 201-203

[11] Κυπράκη Αλίκη, ό.π. σελ. 35-36

[12] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 11

[13] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 11

[14] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 82-83

[15] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 201-203

[16] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 11

[17] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 10 και Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 202

[18] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 73

[19] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ. 202

[20] Κυπράκη Αλίκη, ό.π. σελ. 35

[21] Λενακάκης Ανδρέας, Πυργιώτισσα. Ονομάτων επίσκεψις, Ηράκλειο 2013, σελ. 506

[22] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 9-10

[23] Γεωργιλαδάκης Δ., Λαογραφικά Ρουφά Ηρακλείου, Αρχείο Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. χργφ. 2815, σελ. 27

[24] Βαρβούνης Μανόλης, Βερναρδάκειος μαγικός κώδικας, Εισάγωγον της Μαγείας της πάλαι ποτέ, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 2006, σελ. 332, α.α. 22

[25] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 82

[26] Τερζάκης Γεώργιος,  ό.π. σελ. 11

[27] Μανιδάκη Αικατερίνη, Λαογραφική ύλη εκ Μιαμούς Καινούργιου Ηρακλείου, 1971, 8ον, σελ. 67-68

[28] Για το ρόδι ως σύμβολο γονιμότητας και αφθονίας βλ.  Βαρβούνης Μανόλης, Παραδοσιακές τροφές και θρησκευτική συμπεριφορά στο Εθιμική και θρησκευτική λαογραφία, Μελετήματα Ελληνικής λαογραφίας, τόμ. Α΄, Ξάνθη 2003, σελ. 142-143, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[29] Τερζάκης Γεώργιος,  ό.π. σελ. 11

[30] Μανιδάκη Αικατερίνη, Λαογραφική ύλη εκ Μιαμούς Καινούργιου Ηρακλείου, 1971, 8ον, σελ. 67-68

[31] Χριστοδουλάκης Κωνσταντίνος, Λαογραφικά εκ Τυμπακίου Κρήτης, Αρχείο Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. χργφ.1705, σελ. 1

[32] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 69

[33] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 11

[34] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 95

[35] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 195

[36] Λενακάκης Ανδρέας 2013, σελ. 110

[37] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 187.

[38] Ανδρέας Λενακάκης 2007, σελ. 152

[39] Βαρβούνης Μανόλης, 2006, σελ. 336-337, αρ. σημ. 37, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[40] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π., σελ. 12

[41] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τομ. Β΄, σελ. 110

[42] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τομ. Β΄, σελ. 111

[43] Χριστοδουλάκης Κωνσταντίνος, ό.π. σελ. 2

[44] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 71

[45] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 70

[46] Μαλεφιτσάκης Γεώργιος, ό.π. σελ, 71

[47] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 193.

[48] Βαρβούνης Μανόλης  2006,  ό.π. σελ. 333, αρ. σημ. 24 και σελ. 339, αρ. σημ. 48 και σελ. 357, αρ. σημ. 134

[49] Λενακάκης Ανδρέας 2007, ό.π. σελ. 193

[50] Λενακάκης Ανδρέας, 2007, σελ. 195

[51] Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 365, αρ. σημ. 179 και σελ. 369, αρ. σημ. 198

[52] Βαρβούνης Μανόλης 2006, ό.π. σελ. 408, αρ. σημ. 410

[53] Λενακάκης Ανδρέας, 2007, σελ. 155

[54] Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 380, αρ. σημ. 261 και σελ. 406, αρ. σημ. 402

[55] Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 358, αρ. σημ. 141

[56] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 156

[57] Για την εκλογή της κατάλληλης ώρας βλ. Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 356-357, αρ. σημ. 132

[58] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, τόμ. Β΄, σελ. 115

[59] Λενακάκης Ανδρέας, 2007, σελ. 155

[60] Λενακάκης Ανδρέας, 2007, σελ. 156

[61] Μανιδάκη Αικατερίνη, Λαογραφική ύλη εκ Μιαμούς Καινούργιου Ηρακλείου, 1971, 8ον, σελ. 76

[62] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ. 198

[63] Μανιδάκη Αικατερίνη,  ό.π. σελ. 76

[64]Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ. 187.

[65] Συνηθέστερη είναι ωστόσο η επίκληση στις μαγικές τελετές του αρχαγγέλου Μιχαήλ (βλ. Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 360, αρ. σημ. 149)

[66] Βακαλούδη Δ. Αναστασία, Μαγεία και μυστηριακές θρησκείες, Από την Αρχαιότητα στο Βυζάντιο, ΕΣΟΠΤΡΟΝ, Αθήνα 2003, σελ. 163.

[67] Βαρβούνης Μανόλης 2006, σελ. 358, αρ. σημ. 139, και σελ. 375, αρ. σημ. 228 και σελ. 379, αρ. σημ. 253

[68] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 206

[69] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ. 194

[70] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 9-10

[71] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ 116.

[72] Λαμπιθιανάκη Ευαγγελία, ό.π., τόμ. Β΄,  σελ. 196

[73] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 170

[74] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 169

[75] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 169-170

[76] Λενακάκης Ανδρέας 2007, σελ. 171

[77] Βαρβούνης Μανόλης 2006,  σελ. 344-345, αρ. σημ.72,

[78] Βαρβούνης Μανόλης 2006,  σελ. 379, αρ. σημ. 253,

[79] Τερζάκης Γεώργιος, ό.π. σελ. 9-10

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τοπωνυμική μελέτη του οικισμών Βορίζα, Λαλουμά και Μεσίσκλι Ηρακλείου

Οι εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών στην Κρήτη του 19ου αιώνα και ο σχηματισμός των κρητικών εθνικών επωνύμων