Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΠΟΜΠΙΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ[1]





Ο οικισμός

Πρώτη γραπτή αναφορά του οικισμού Bombea γίνεται to 1300 στο αρχείο του νοτάριου P. Pizolo[2]. Ο ίδιος οικισμός αναφέρεται στο αχρείο του επίσης νοτάριου Εμμανουήλ Geriti το 1364 και το 1393 σε έγγραφο του Αρχείου του Δούκα του Χάνδακα στο οποίο διευθετείται διανομή ενός φέουδου στη Bombea ιδιοκτησίας του Nic. Cavalarius[3]. Εικάζω ότι η Bombea των εγγράφων αυτών αναφέρεται στην Πόμπια Καινουργίου και είναι η αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες του ονόματος του οικισμού.
Την περίοδο της ενετοκρατίας η Bobbia καταγράφεται στην επαρχία Καινουργίου το 1577 από τον Francesco Barozzi[4], ενώ με τη γραφή Bombea καταγράφεται από τον Pietro Castrofilaca[5] to 1583 με 399 κατοίκους και από τον Francesco Basilicata to 1630[6].

Την περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στην Κρήτη η Bobye καταγράφεται στην τουρκική απογραφή το1671 με 131 χαράτσα[7], και Bobia στην αιγυπτιακή απογραφή το 1834 με 50 χριστιανικές οικογένειες[8]. Στην απογραφή του 1881 η Μπόμπια με 838 κατοίκους είναι ενταγμένη στο δήμο Πλατάνου και με 1109 κατοίκους το 1900, στον ίδιο δήμο. Τη χρονιά αυτή καταγράφεται πρώτη φορά όχι με τη φωνητική της εκφορά Μπόμπια (bόbjια), αλλά με την «λογιότερη» μορφή Πόμπια. Η ονομασία Πόμπια κατοχυρώνεται σε όλες τις επόμενες καταγραφές του 20ου αιώνα. Σήμερα η Πόμπια αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Φαιστού.
Για την ερμηνεία του ονόματος έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα δυο απόψεις. Η πρώτη συνδέει το όνομα του οικισμού με την Ρωμαϊκή πόλη Πομπηία: από το λατινικό Pompei > Πόμπια. Ως ενισχυτικό επιχείρημα της άποψης αυτής αναφέρεται η ύπαρξη του οικισμού Στάβιες Μονοφατσίου, το όνομα του οποίου συνδέουν με την επίσης ρωμαϊκή πόλη Stabia > Στάβιες. Και οι δυο ρωμαϊκές αυτές πόλεις σκεπάστηκαν από τη λάβα του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Προφανώς, όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Κρήτη ίδρυσαν τους δύο αυτούς οικισμούς για να τους θυμίζουν τις χαμένες πολιτείες της πατρίδας τους. Εκτιμώ πως η συνήχηση των δύο τοπωνυμίων άνοιξε το δρόμο της παρετυμολογίας.
Η δεύτερη άποψη συνδέει τον οικισμό με την αρχαία πόλη Βοίβη[9]. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει ρητά ότι «ἔστι ἐν Κρήτῃ Βοίβη τῆς Γορτυνίδος». Η ταύτιση της Βοίβης με την Μπόμπια είναι, πιστεύω, εύλογη Βοίβη > Βοίβα > Boiba για τους λατινόφωνους > Bobia > Μπόμπια. Με αυτήν την ετυμολογική προσέγγιση δικαιολογείται η εκφορά του ονόματος του οικισμού ακόμα και σήμερα: bόbjια.
Η τελευταία αυτή ερμηνεία ενισχύεται από την άποψη του φιλόλογου Γεωργίου Μαλεφιτσάκη, ο οποίος τοποθετεί στην ευρύτερη περιοχή της Φαιστού την αποικία των Μαγνήτων της Θεσσαλίας, οι οποίοι  την περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων των ελληνικών φύλων (1125-800 π.Χ.) ίδρυσαν τρεις υπερπόντιες αποικίες: δυο στη Μικρά Ασία και μία στην κεντρική Κρήτη, στις οποίες έδωσαν το όνομα Μαγνησία[10]. Σύμφωνα με τον  Όμηρο[11] οι Μάγνητες της Θεσσαλίας με αρχηγό τον Πρόθοο, γιο του Τενθρηδόνα, συμμετείχαν στον τρωικό πόλεμο με 40 πλοία[12]. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, όταν οι Μάγνητες επέστρεφαν από την Τροία, ναυάγησαν λόγω κακοκαιρίας και βγήκαν στην Κρήτη. Εκεί, αφού πολέμησαν, εγκαταστάθηκαν στο νησί[13].
Σύμφωνα με τον Μαλεφιτσάκη την αποικία των Μαγνήτων κοντά στη Φαιστό επιβεβαιώνουν τα τοπωνύμια που μαρτυρούνται τόσο στην κεντρική Κρήτη όσο και στη Μαγνησία της Θεσσαλίας και την αντίστοιχη της Μ. Ασίας. Υπάρχει αχαϊκή πόλη Βοίβη στην Κρήτη (Πόμπια) και στη Μαγνησία η λίμνη Βοιβηΐς. Ληθαίος ποταμός μαρτυρείται τόσο στην Κεντρική Κρήτη, όσο στη Θεσσαλία (παραπόταμος του Πηνειού) και στη Μ. Ασία (παραπόταμος του Μαιάνδρου). Ο Γ. Μαλεφιτσάκης υποστηρίζει μάλιστα ότι και το όνομα του ποταμού Ληθαίου παράγεται από τον Λήθο, τον γιο του Τευτάμου, του βασιλιά των Πελασγών. Οι Μάγνητες, ως απόγονοι των Πελασγών έδωσαν, υποστηρίζει ο μελετητής,  το όνομά του στο ποτάμι[14].  
            Ο Μαλεφιτσάκης επιχειρεί μια ακόμα ετυμολογική απόπειρα για να ταυτίσει τη Μαγνησία με την περιοχή. Ετυμολογεί τον οικισμό Γαλιά της επαρχίας Καινουργίου από την αρχαία Οιχαλία, πόλη κοντά στον Πηνειό της Θεσσαλίας. Θεωρεί ότι οι Μάγνητες ίδρυσαν και εδώ πόλη Οιχαλία (υπήρχαν άλλες δύο στην Ελλάδα, στην Εύβοια και στη Μεσσηνία). Από την Οιχαλία > Χαλία με έκπτωση του οι (κατά το οικονομώ > κονομώ ή εικονοστάσι > κονοστάσι). Από τον τύπο Χαλία παράγεται η Γαλιά με τροπή του χ σε γ και μεταφορά του τόνου.
            Σ’ αυτά τα επιχειρήματα προσθέτει ακόμα ένα: το τοπωνύμιο στο Μαγνήτση, που ορίζει μια μεγάλη περιοχή στον Καλοχωραφίτη Πυργιωτίσσης, είναι το γλωσσικό κατάλοιπο της Κρητικής Μαγνησίας.
            Σήμερα ο εμπρόθετος τύπος του τοπωνυμίου αποδίδεται στη bόbjια και το πατριδωνυμικό επίθετο είναι bοbjιανός- bοbjιανή.


Μικροτοπωνύμια Πόμπιας[15]


1.      Αγία Ειρήνη, η (στην Αjία Ειρήνη): Αγιωνύμιο, από το ομώνυμο εκκλησάκι εντός οικισμού, στην συνοικία Παλιά Βρύση.
2.      Αγία Παρασκευή, η (στην Αjία Παρασκευή): Συνοικία. Αγιωνύμιο, από το ομώνυμο εκκλησάκι. Το παλαιότερο του οικισμού.       Λέγεται και Γούλα Βρύση, η (στη Γούλα Βρύση).
3.      Αγία Σοφία, η (στην Αjία Σοφία): Συνοικία. Αγιωνύμιο, από το ομώνυμο εκκλησάκι, δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο.
4.      Αγιογράφος, ο (στ’ Αjιογράφου): Κυριώνυμο από επαγγελματική ιδιότητα. Στην περιοχή υπάρχει μεγάλη ιδιοκτησία με πολλά ελαιόδεντρα του αγιογράφου Τζαγκαράκη. Κυρίαρχο τοπωνύμιο της περιοχής είναι ο Άη Κωσταντίνος, ο (στον Άη gωσταντίνο).
5.      Άγιοι Ανάργυροι, οι (στσ’ Αjίους Αναρjύρους): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι.
6.      Άγιος Κοσμάς, ο (στον Άjιο Κοσμά): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι.
7.      Άγιος Στυλιανός, ο (στον Άjιο Στυλιανό): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι.  
8.      Άη Γιάννης, ο (στον Άη jιάννη): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι.
9.      Άη Γιώργης, ο (στον Άη jιώρjη): Συνοικία. Αγιωνύμιο από την ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, του πολιούχου του οικισμού. Τιμάται η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου στις 3 Νοεμβρίου (Άη Γιώργης ο Μεθυστής). Η συνοικία λέγεται και Ρολόι, το (στο Ρολόι).
10.  Άη Κωσταντίνος, ο (στον Άη gωσταντίνο ή Άη Κωσταdίνο): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι. Λέγεται και Αγιογράφος, ο (στ’ Αjιογράφου).
11.  Αθανάτοι, οι (στσ’ Αθανάτους): Φυτωνύμιο. Περιοχή στην οποία φύονται αθάνατοι, το φυτό αγαύη (Agave Americana).
12.  Αληθινιώτικα, τα (στ’ Αληθινιώτικα): Η περιοχή στα όρια με τον όμορο οικισμό Αληθινή.
13.  Αλυγαριάς, ο (στον Αλυγαρjιά): Φυτωνύμιο. Γεωργική περιοχή ανατολικά του χωριού, στην οποία παλαιότερα ευδοκιμούσαν οι λυγαριές.         
14.  Αλώνι Αρχοντικό, το (στ’ Αρχοdικό Αλώνι): Αναδασμός. Εικάζω ότι ο προσδιορισμός αρχοντικό παραπέμπει στο μέγεθος του αλωνιού.
15.  Αλώνι Μπουμπουρή, το (στου bουbουρή τ’ Αλώνι): Κυριώνυμο. Σήμερα δε μαρτυρείται αυτό το επώνυμο ή παρωνύμιο στον οικισμό. Λέγεται και Παπουράκι, το (στο Παπουράκι).
16.  Αλώνι Χιωτάκη, το (στου Χιωτάκη τ’ Αλώνι): Κυριώνυμο. Υπάρχει στην Πόμπια το επώνυμο Χιωτάκης.
17.  Αλώνια Πιλάτηδων, τα (στω bιλάτιδω τ’ Αλώνια): Κυριώνυμο. Υπάρχει στην Πόμπια το επώνυμο Πιλατάκης, μεγεθυμένο Πιλάτος.
18.  Αμάδα Διγενή, η (στου Διjενή την Αμάδα): βλ. τοπωνύμιο Τρύπα Καλογριάς.
19.  Αμάτα Γριά, η (στη Γριά ν-Αμάτα): Αναδασμός. Στην ΕΚΙΜ καταγράφεται ως στην Αμάτα. Με τους όρους αμάτι, αμάτα προσδιορίζεται η πηγή αρτεσιανού νερού. Ο προσδιορισμός «Γριά» έχει τη σημασία του μεγάλη. Γριά Αμάτα = η μεγάλη πηγή.
20.  Αματάκι, το (στ’ Αματάκι): η μικρή πηγή (πρβλ. Γρια Αμάτα).
21.  Άμμος, η (στην Άμμο): Αναδασμός. Δηλωτικό της ποιότητας του εδάφους.
22.  Αμπέλια Τζαγκάρηδων, τα (στω Τζαgάρηδω τ’ Αbέλια): Αναδασμός. Κυριώνυμο από επαγγελματικό παρωνύμιο.
23.  Απηγανιάς, ο (στον Απηγανιά): Αναδασμός. Φυτωνύμιο. Στην περιοχή αφθονεί το φυτό απήγανος (Ruta graveolens).    
24.  Αρκαλιές, οι (στσ’Αρκαλιές): Ζωωνύμιο. Άρκαλος > αρκαλιές = οι φωλιές των αρκάλων. Η περιοχή στην οποία υπήρχαν πολλές φωλιές αρκάλων (Meles meles arcalus).                              
25.  Αρκαλότρυπες, οι (στσ’ Αρκαλότρυπες): Αναδασμός. Σύνθετο ζωωνύμιο: Άρκαλος + τρύπες > αρκαλότρυπες. Η περιοχή με φωλιές (=τρύπες) αρκάλων.
26.  Αφρατούλι, το (στ’ Αφρατούλι): Φυτωνύμιο. Αφράτο + υποκοριστικό επίθημα –ούλι > αφρατούλι.
27.  Βαγιά, η (στη Βαjιά): Αναδασμός. Φυτωνύμιο. Από την  παρουσία ενός πανύψηλου φοίνικα (βαγιά), που δέσποζε και σηματοδοτούσε την περιοχή..
28.  Βαγιές, οι (στσι Βαjιές): Φυτωνύμιο. Από την  παρουσία φοινίκων (βαγιών).
29.  Βαθιάδες, οι (στσι Βαθιάδες): δηλωτικό της θέσης του στο χώρο: βαθύς > Βαθιάς > πλθντ. Βαθιάδες.
30.  Βαλεκόλυμπος, ο (στο Βαλεκόλυbο): Αναδασμός. Σύνθετο τοπωνύμιο: Βαλές + κόλυμπος (λακκούβα με νερό). Κυριώνυμο, πιθανότατα τουρκικής ρίζας. Στο αρχείο της ΕΚΙΜ καταγράφεται ως στου Βαλέ τον Κόλυμπο. Τα περιφραστικά τοπωνύμια που σχηματίζονται από τις λέξεις κολύμπα – κόλυμπος και μια γενική ονόματος (πχ. του Βαλέ ο Κόλυμπος) δεν παραπέμπει σε πραγματική κυριωνυμία, δηλαδή δηλωτικό του ιδιοκτήτη μιας περιοχής, αλλά σε ατύχημα (πνιγμός) του συγκεκριμένου προσώπου.
31.  Βατουλάκια, τα (στα Βατουλάκια): Φυτωνύμιο με διπλό υποκορισμό: βάτος + υποκοριστικό επίθημα ούλι > βατούλι + υποκοριστικό επίθημα –άκι > Βατουλάκι.
32.  Βίγλα Γριά, η (στη Γριά Βίγλα): Στην περιοχή υπήρχε πύργος εποπτείας,  βίγλα, με δικαιοδοσία του την Πόμπια (Σταυρινίδης, Πόλεις και χωριά της Κρήτης, τόμ. Β, σελ. 343-344). Παράγεται από το ιταλ. vigilare < viglare < vigla > βίγλα = φρουρά, κατ’ επέκταση ο χώρος εποπτείας, το ύψωμα που επιτρέπει την επιτήρηση μιας περιοχής. Ο προσδιορισμός Γριά, φαίνεται ότι και σ’ αυτή την περίπτωση έχει της σημασία μεγάλη.
33.  Βίγλα, η (στη Βίγλα): βλ. Βίγλα Γριά, η (στη Γριά Βίγλα).    
34.  Βίγλες, οι (στσι Βίγλες): Αναδασμός. Βίγλα Γριά, η (στη Γριά Βίγλα).
35.  Βόλακας, ο (στο Βόλακα): Βόλος + μεγεθυντικό επίθημα –άκας > βόλακας = μεγάλος βράχος.
36.  Βουκολιάς, ο (στο Βουκολιά): Συνοικία. Πιθανότατα η παρουσία του ρυακιού να καθιστούσε την περιοχή ιδανικό τόπο για τη βόσκηση των ζώων. Βουκόλος (= βοσκός) + περιεκτικό επίθημα –ιάς > Βουκολιάς, η περιοχή που συγκεντρώνει πολλούς βοσκούς.            
37.  Βρομονερό, το (στο Βρομονερό): Σύνθετο τοπωνύμιο από τις λέξεις βρόμα (=δυσοσμία) + νερό > Βρομονερό. Βρίσκεται στον ορεινό όγκο της εδαφικής περιφέρειας του οικισμού. Πιθανότατα παραπέμπει στην ύπαρξη στο παρελθόν πηγής με θειούχο νερό.
38.  Βρύση Γούλα, η (στη Γούλα Βρύση): Συνοικία. Θεωρώ ότι το τοπωνύμιο δεν είναι φυτωνυμικό (γούλα = ασκόλυμπρος (Scolymus hispanicus)), αλλά ετυμολογείται από την τουρκική λέξη  göl = λίμνη. Η Γούλα Βρύση είναι δηλαδή η πηγή (= βρύση) που σχηματίζει μια μικρή λίμνη.
39.  Βρύση Παλιά, η (στη bαλιά Βρύση): Συνοικία. Οφείλει το όνομά της στην παλαιότερη βρύση του οικισμού.        
40.  Βρυσίδα Καρταλλιανού, η (στου Καρταλλιανού τη Βρυσίδα): Κυριώνυμο. Το πατριδωνυμικό επώνυμο Καρταλλιανάκης (όνομα οικισμού Κάρταλλος + πατριδωνυμικό επίθημα –ιανός > Καρταλλιανός + υποκοριστικό επίθημα –άκης > Κατραλλιανάκης) απαντάται στο Τυμπάκι. Στο παρελθόν υπήρχε το επώνυμο και στην Πόμπια. Βρύση + υποκοριστικό επίθημα –ίδι > βρυσίδι. Η μετατροπή του ουδετέρου σε θηλυκό (Βρυσίδι > Βρυσίδα) λειτουργεί μεγεθυντικά.
41.  Βρυσίδα, η (στη Βρυσίδα): βλ. Βρυσίδα Καρταλλιανού, η (στου Καρταλλιανού τη Βρυσίδα).
42.  Γενναδονύφη, η (στση jενναδονύφης): Σύνθετο κυριώνυμο, από το ανδρωνυμικό της ιδιοκτήτριας. Γενναδάκης (;) + νύφη > Γενναδόνυφη. Τοποθεσία νότια του οικισμού στις παρυφές του βουνού.
43.  Γεώτρηση, η (στη jεώτρηση): στην περιοχή υπήρχε η πρώτη γεώτρηση που ύδρευε τον οικισμό.  Λέγεται και Συριανός, ο (στου Συριανού).                  
44.  Γήπεδο, το (στο jήπεδο): Από την παρουσία του γηπέδου. Λέγεται και  Γυμναστήριο, το (στο jυμναστήριο).
45.  Γιοματάς, ο (στου jιοματά): Κατακόρυφος γκρεμός στον οποίο κυριαρχεί κόκκινο χρώμα, με πολλά αρπακτικά. Δυσερμήνευτο τοπωνύμιο.
46.  Γιοφύρια, τα (στα jιοφύρjια): πιθανότατα στο παρελθόν να υπήρχαν στην περιοχή μικρές γέφυρες.
47.  Γληγοράς, ο (στου Γληγορά): Κυριώνυμο (;).
48.  Γυμνάσιο, το (στο jυμνάσιο): Συνοικία. Η περιοχή γύρω από το κτήριο του ιστορικού Γυμνασίου Πόμπιας Υπήρξε το παλαιότερο επαρχιακό Γυμνάσιο της Κρήτης). Παλιότερα η περιοχή ονομαζόταν Φαφουλάδικα, τα (στα Φαφουλάδικα).
49.  Γυμναστήριο, το (στο jυμναστήριο): Η περιοχή γύρω από το κτήριο του γυμναστηρίου του Γυμνασίου Πόμπιας. Λέγεται και στο jήπεδο.
50.  Δασάκι, το (στο Δασάκι): νοτίως του οικισμού. Το τοπωνύμιο οφείλεται στην παρουσία μικρού αλσυλλίου.
51.  Δέμα Βαλή, το (στου Βαλή το Δέμα): Κυριώνυμο, από το όνομα του τούρκου ιδιοκτήτη. Δέμα = μικρό φράγμα, σημείο συλλογής και παροχέτευσης νερού σε ποταμό.
52.  Δημοτικό, το (στο Δημοτικό): Συνοικία. Η περιοχή γύρω από το Δημοτικό Σχολείο Πόμπιας.
53.  Εγκρεμός Μουσκλή, ο (στου Μουσκλή τον Εgρεμό): Κυριώνυμο, από το όνομα του τούρκου ιδιοκτήτη. Κρημνός > γκρεμνός > γκρεμός > εγκρεμός.
54.  Ελιές Παπαχατζή, οι (στου Παπαχατζή τσ’ Ελιές): Κυριώνυμο, προσδιοριστικό της ιδιότητας του ιδιοκτήτη.
55.  Ελιές Σούφαινας, οι (στση Σούφαινας τσ’ Ελιές): Κυριώνυμο από το ανδρωνυμικό της ιδιοκτήτριας. Πιθανότατα τουρκικής ρίζας: Γιουσούφ + ανδρωνυμικό επίθημα –αίνα > Γιουσούφαινα > Σούφαινα (με αποβολή της πρώτης συλλαβής).
56.  Ελιές Τζανομανόλη, οι (στου Τζανομανόλη τσ’ Ελιές): Σύνθετο κυριώνυμο. Υπάρχει στην Πόμπια το επώνυμο Τζανάκης (Τζανάκης + Μανόλης > Τζανομανόλης).
57.  Ζυγοματάρης, ο (στου Ζυγοματάρη): Παλιός οικισμός δυτικά του χωριού. Παλιά έσπερναν δημητριακά. Πιθανότατα κυριώνυμο.        
58.  Καβρός, ο (στο gαβρό): Αναδασμός. Ζωωνύμιο (καβούρι > καβρός).
59.  Καημένος, ο (στου Καημένου): Το τοπωνύμιο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καταγράψαμε την άποψη ότι η περιοχή οφείλει την ονομασία της σε παλαιότερο εμπρησμό. Πιστεύω ότι πρόκειται για παρετυμολογία. Το 1370 σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου του Χάνδακα αναφέρεται ως φέουδο με το όνομα Camenu. Πρόκειται για μια δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο όνομα του Andrea Baffo, ο οποίος διεκδικούσε τέσσερα πεζικά φέουδα στην περιοχή: Palla Picidia, Camilari et Gonies et Camenu[16]. Το Camenu είχε καταπατηθεί από τον Nic. Truncano, ο οποίος υποστηρίζει ότι το αγόρασε για 250 υπέρπυρα από τον G. Barbo. O Andrea Baffo ζητά την ακύρωση της αγοραπωλησίας, επειδή ο G. Barbo ήταν επαναστάτης. Το αίτημά του έγινε αποδεκτό από το δικαστήριο. Παρόλο που ο οικισμός Camenu με άλλες γραφές τοποθετείται από τους μελετητές σε διάφορα σημεία του νομού Ηρακλείου (Το Kaymeno της τουρκικής απογραφής του 1671 από τον Δημήτρη Τσουγκαράκη[17] και τον Σταυρινίδη[18] τοποθετούνται στο Βενεράτο Τεμένους. Το 1268, στο ίδιο κατάστιχο, γίνεται λόγος για τον οικισμό Camena, του οποίου ο ιερέας Georgici Sidhero υπαγόταν στην επισκοπή του Αγίου Μύρωνα[19]. Σε συμβόλαιο του 1271 του συμβολαιογράφου του Χάνδακα P. Scardon αναφέρεται ο οικισμός Cameno και Camena, χωρίς όμως να προσδιορίζεται η ακριβής θέση του[20]), μπορούμε να υποστηρίξουμε, χωρίς πολλές πιθανότητες σφάλματος ότι ο συγκεκριμένος οικισμός μπορεί να ταυτιστεί με το τοπωνύμιο της Πόμπιας, με τη λογική ότι όλα τα υπόλοιπα τοπωνύμια που αναφέρονται στο έγγραφο του Δουκικού Αρχείου τοποθετούνται με βεβαιότητα στην περιοχή της κάτω Μεσαράς.
60.  Καλαμιάρης, ο (στου Καλαμνιάρη): Αναδασμός. Φυτωνύμιο. Το επίθημα –ιάρης έχει περιεκτική σημασία: καλάμι + -ιάρης > Καλαμιάρης (η περιοχή που φυτρώνουν, που έχει πολλά καλάμια).
61.  Καλόλακκος, ο (στο gαλόλακκο): Σύνθετο τοπωνύμιο: καλός + λάκκος > Καλόλακκος.
62.  Καλομάτης, ο (στου Καλομάτη): Κυριώνυμο (;).
63.  Καμάρα, η (στη gαμάρα): Υπάρχει γέφυρα. Λέγεται και Καμαράκι, το (στο Καμαράκι).
64.  Καμαράκι, το (στο Καμαράκι): Υπάρχει γέφυρα. Λέγεται και Καμάρα, η (στη gαμάρα).
65.  Καμαράκια, τα (στα Καμαράκια): Αναδασμός. Υπάρχουν μικρές γέφυρες. Λέγεται και Καρναβάς, ο (στο gαρναβά).
66.  Καμίνι, το (στο Καμίνι): Στο παρελθόν υπήρχε ασβεστοκάμινο.
67.  Καμπάνα, η (στη gαbάνα): Βουνό.
68.  Κανακαριά, η (στην Κανακαριά): Το τοπωνύμιο Κανακαρ(ι)ά χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει εύφορες περιοχές.
69.  Καπετανάτα, τα (στα Καπετανάτα): Κυριώνυμο. Συνοικία. Η περιοχή γύρω από το σπίτι του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα. Λέγεται και Καπετάνιος, ο (στου Καπετάνιο).
70.  Καπετάνιος, ο (στου Καπετάνιο): Κυριώνυμο. Συνοικία. Η περιοχή γύρω από το σπίτι του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα. Λέγεται και Καπετανάτα, τα (στα Καπετανάτα).
71.  Καρναβάς, ο (στο gαρναβά): Λέγεται και Καμαράκια, τα (στα Καμαράκια).
72.  Καρούζος, ο (στου Καρούζου): Κυριώνυμο. Το επώνυμο Καρούζος είναι το οικογενειακό όνομα του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα.    
73.  Καρτσάλης, ο (στου Καρτσάλη): Χωράφια βορειοδυτικά του χωριού. Πιθανότατα κυριώνυμο.     
74.  Κατεβασές, οι (στσι Κατεβασές): Αναδασμός. Με τον όρο κατεβασά προσδιορίζεται ένας χώρος στον οποίο δημιουργείται ρεύμα βρόχινου νερού. Λέγεται και  Σφάκα, η (στη Σφάκα).
75.  Κατηφόρα Πολιδογιάννη, η (στου Πολιδοjιάννη τη gατηφόρα): Κυριώνυμο. Υπάρχει στην Πόμπια το επώνυμο Πολιουδάκης. Η περιοχή λέγεται και Λινοβροχιό, το (στο Λινοβροχιό).
76.  Κεφάλες, οι (στσι Κεφάλες): Υψώματα. Συχνά τα τοπωνύμια αναφέρονται σε μέρη του ανθρώπινου σώματος: κεφάλι, κούτελο, μούτσουνο, ράχη, πλάτη, ώμος κλπ.
77.  Κεφάλι Γεναδονύφης, το (στση jεναδονύφης το Κεφάλι): Κυριώνυμο. Κεφάλι = ύψωμα. βλ. Γεναδονύφη, η (στση jεναδονύφης).
78.  Κεφάλια Τρία, τα (στα Τρία Κεφάλια): Αναδασμός. Από την παρουσία τριών μικρών υψωμάτων στην περιοχή.
79.  Κόλυμπος Βαλέ, ο (στου Βαλέ το gόλυbο): Κυριώνυμο. βλ. Βαλεκόλυμπος, ο (στο Βαλεκόλυbο).
80.  Κονάκι, το (στο Κονάκι): Εντός οικισμού. επρόκειτο για ένα βενετσιάνικο κτήριο, που προσδιοριζόταν με την τουρκική ονομασία konak (= αρχοντικό) > Κονάκι. Δυστυχώς γκρεμίστηκε και στη θέση του υπάρχει σύγχρονη κατοικία. Σώζεται σε φωτογραφική αποτύπωση[21].
81.  Κοντογούνης, ο (στου Κοdογούνη): Αναδασμός. Κυριώνυμο (;). Λέγεται και Κοντογούνι, το (στο Κοντογούνι).
82.  Κουλούρες, οι (στσι Κουλούρες): Αναδασμός. Από το ελικοειδές του δρόμου που υπήρχε παλιότερα.
83.  Κουρουπάς, ο (στου Κουρουπά): Κυριώνυμο (;). Περιοχή νοτιοανατολικά του χωριού στα όρια με το χωριό Αληθινή. Πιθανότατα να λανθάνει πληροφορία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος: κουρουπάς, η περιοχή που έχει, βγάζει κουρούπια, πήλινα αγγεία.                                    
84.  Κουτσουλίτης, ο (στο gουτσουλίτη): Ορεινή περιοχή ανατολικά του χωριού. Το τοπωνύμιο παραπέμπει στις κουτουλιές, τα περιττώματα των πουλιών. Κουτσουλίτης ονομάζεται και ο χείμαρρος στους Βόρους Πυργιωτίσσης.           
85.  Κωσταριά, η (στη gωσταριά): Βουνό. Δυσερμήνευτο τοπωνύμιο
86.  Λάκκος Μελαμπιανού, ο (στου Μελαbjιανού το Λάκκο): Κυριώνυμο από το πατριδωνυμικό του ιδιοκτήτη. Μέλαμπες (οικισμός επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης) + πατριδωνυμικό επίθημα –ιανός > Μελαμπιανός. Στην Πόμπια υπάρχει το επώνυμο Μελαμπιανάκης.
87.  Λάκκος Συγγέλου, ο (στου Συngέλου το Λάκκο): Αναδασμός. Κυριώνυμο.  Στην περιοχή υπάρχει το επώνυμο Συγγελάκης > μεγεθυμένο Σύγγελος.
88.  Λατίφης, ο (στου Λατίφη): Αναδασμός Στο αρχείο της ΕΚΙΜ καταγράφεται στου Λατίφ και εικάζεται ότι πιθανόν να συνδέεται με το όνομα του Λατίφ πασά, στρατιωτικού διοικητή των Χανίων κατά την επανάσταση του 1821. Εκτιμώ ότι πρόκειται για απλό κυριώνυμο από το όνομα του τούρκου ιδιοκτήτη της περιοχής.  Λέγεται και στου Ψύλλου.
89.  Λενικά, τα (στα Λενικά): Αναδασμός. Ελλενικό, Ελλενικά, Λενικό, Λενικά χαρακτηρίζεται μια περιοχή ή ένα χωράφι που είναι κατάλληλο για την καλλιέργεια οσπρίων. Στις περιοχές που φέρουν αυτό το τοπωνύμιο συχνά συναντούνται υπολείμματα αρχαιοτήτων. Η παρουσία των υπολειμμάτων θεωρήθηκε ότι προσέδιδε συγκεκριμένες ιδιότητες στο χωράφι και γέννησε τη συνήθεια της διασποράς οστράκων στα χωράφια, που σπέρνονται όσπρια.
90.  Λεπιδόλακκος, ο (στο Λεπιδόλακκο): Σύνθετο τοπωνύμιο: λεπίδα + λάκκος > Λεπιδόλακκος, ο χώρος απ’ όπου αντλείται το χώμα για την επιχωμάτωση της στέγης (δώμα) των παραδοσιακών σπιτιών. Λόγω της μακρόχρονης άντλησης της λεπίδας σχημάτιζε λάκκο, πού έδινε το όνομα στην  περιοχή. Ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό λεπίς και στο θέμα λέπ-(ω) και σημαίνει, στην Κρήτη, την «εύθραυστη, τεφρογάλανη γιαλιστεροαστραφτερή αργιλική μοντμοριλλονιτική γη, που την χρησιμοποιούσαν στα περασμένα χρόνια για να επιστρώσουν τις επίπεδες χωμάτινες στέγες των σπιτιών…»[22]. Ο Ελευθέριος Πλατάκης προσδιορίζει τη λεπίδα «χώμα στεγανό, αδιαπέραστο από νερό, χρησιμοποιήσιμο στις στέγες των σπιτιών» [23].
91.  Λιβαδιώτης, ο (στου Λιβαδιώτη): Αναδασμός. Παλιός οικισμός, μετόχι της Ιεράς Μονής Οδηγήτριας στον κάμπο, βορείως του χωριού. Το 1830 οι Τούρκοι έστησαν εκεί ενέδρα για να σκοτώσουν το Νικόλαο Μαλικούτη, τον αρχηγό των επαναστατών της Μεσαράς[24]. Το επίθημα –ώτης /-ιώτης εντάσσει το τοπωνύμιο στα πατριδωνυμικά: ο κάτοικος του οικισμού Λιβάδι / Λιβάδια, προσφωνείται Λιβαδιώτης. Επειδή όμως στην περιοχή και στην Κρήτη γενικότερα για την παραγωγή των πατριδωνυμικών χρησιμοποιούνται τα επιθήματα –ανός / -ιανός (πρβλ. Πόμπια > Πομπιανός, Σίβας > Σιβιανός), μπορούμε να εικάσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση του Λιβαδιώτη το επίθημα έχει περιεκτικό χαρακτήρα: Λιβαδιώτης, η περιοχή με τα λιβάδια, τους χώρους δηλαδή με τη χαμηλή βλάστηση, ιδανικούς για τη βόσκηση των ζώων. Ανάλογο περιεκτικό τοπωνύμιο, στο θηλυκό γένος (Αμπελιώτισσα) απαντάται στους κοντινούς οικισμούς Άη Γιάννης και Φανερωμένη Πυργιωτίσσης. Το τοπωνύμιο απαντάται σε διάφορα έγγραφα με την ανορθόγραφη γραφή Λειβαδιώτης.   
92.  Λιδάκια Σπυρίδη, τα (στου Σπυρίδη τα Λιδάκια): Φυτωνύμιο διπλού υποκορισμού: ελιά + -υποκοριστικό επίθημα –ίδι > ελίδι + υποκοριστικό επίθημα –άκι > ελιδάκι > με αποβολή του αρχικού λιδάκι > Λιδάκια στον πληθυντικό.  Υπάρχει στην Πόμπια το επώνυμο Σπυριδάκης > μεγεθυμένο Σπυρίδης.
93.  Λίμνη, η (στη Λίμνη): Αναδασμός. Περιοχή συγκέντρωση βρόχινου νερού. Ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων.  
94.  Λιμνοκέφαλο, το (στο Λιμνοκέφαλο): Λίμνη + κεφάλι (= ύψωμα) > Λιμνοκέφαλο, το ύψωμα δίπλα στη Λίμνη. Στην περιοχή έχουν βρεθεί λείψανα αρχαίου οικισμού.                                
95.  Λινοβροχιό, το (στο Λινοβροχιό): Περιοχή που συγκεντρώνει το βρόχινο νερό και δημιουργεί μικρή λίμνη. Παράγεται από τα ουσιαστικά λίμνη + βροχή. Λέγεται και Κατηφόρα Πολιδογιάννη, η (στου Πολιδογιάννη τη gατηφόρα): Αναδασμός.
96.  Λιόντας, ο (στο Λιόντα / στου Λιόντα): Κυριώνυμο (;).
97.  Λιόφυτο Βρούβας, το (στση Βρούβας το Λιόφυτο): Πιθανότατα πρόκειται για φυτωνύμιο από το εδώδιμο αγριόχορτο βρούβα.
98.  Λιόφυτο Καρούζου, το (στου Καρούζο το Λιόφυτο): Καρούζος είναι ο Καπετάν Μιχάλης Κόρακας
99.  Λιόφυτο Καρούζου, το (στου Καρούζο το Λιόφυτο): Κυριώνυμο. Το επώνυμο Καρούζος είναι το οικογενειακό όνομα του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα.            
100.   Λιόφυτο Μαριοτούση, το (στου Μαρjιοτούση το Λιόφυτο): Κυριώνυμο.  Γεωργική περιοχή βορείως του οικισμού. Ένας συγκεκριμένος ελαιώνας έδωσε το όνομα στην περιοχή.                     
101.   Μακαρουνιανά, τα (στα Μακαρουνιανά): Το επίθημα –ιανά παραπέμπει σε οικογενειακό όνομα Μακαρούνης. Η περίπτωση να πρόκειται για πατριδωνυμικό πρέπει να αποκλειστεί, καθώς δεν υπάρχει αναφορά για ύπαρξη ομώνυμου οικισμού.
102.   Μαναστηρικό, το (στο Μαναστηρικό): Περιοχή ιδιοκτησία μοναστηριού, στην προκειμένη περίπτωση της Ιεράς Μονής Οδηγήτριας.
103.   Μανουσάκια, τα (στα Μανουσάκια): Φυτωνύμιο. Η περιοχή οφείλει το όνομά της στα μανουσάκια (νάρκισσος κυπελλοφόρος), που αφθονούν εκεί.                  
104.   Μάντρες Μανολιού, οι (στου Μανολιού τσι Μάdρες): Κυριώνυμο.
105.   Μαραθόβιγλα, η (στη Μαραθόβιγλα): Φυτωνύμιο. Σύνθετο από τις λέξεις μάραθο + βίγλα > Μαραθόβιγλα. Στην περιοχή φυτρώνουν άγρια μάραθα.
106.   Μαρουλάς, ο (στου Μαρουλά): Φυτωνύμιο. Μαρούλι + περιεκτικό επίθημα –άς > μαρουλάς = η περιοχή στην οποία φυτρώνου ή ευδοκιμούν μαρούλια, αλλά και ο καλλιεργητής μαρουλιών.
107.   Μαρουλοχάρακας, ο (στο Μαρουλοχάρακα): Σύνθετο από τις λέξεις μαρούλι + χάρακας > μαρουλοχάρακας.
108.   Μελισσόκηπος, ο (στο Μελισσόκηπο): Σύνθετο ζωωνύμιο: μέλισσα + κήπος > μελισσόκηπος. Στη λαϊκή συνείδηση η εκτροφή μελισσών ταυτίζεται με την καλλιέργεια, οπότε δανείζεται από το γεωργικό λεξιλόγιο τον όρο κήπος για τον προσδιορισμό του χώρου εγκατάστασης των μελισσών.
109.   Μελισσοχάρακας, ο (στο Μελισσοχάρακα): Σύνθετο ζωωνύμιο: μέλισσα + χάρακας > Μελισσοχάρακας, ο βράχος με τις μέλισσες.
110.   Μεσοσφήνι, το (στο Μεσοσφήνι): σύνθετο τοπωνύμιο από το επίθετο μέσος + το ουσιαστικό σφήνα > μεσοσφήνα > υποκορισμένο μεσοσφήνι. Το τοπωνύμιο είναι κοινό και δίδεται σε περιοχές που βρίσκονται σε στενέματα του εδάφους, σε μαχώματα.
111.   Μεσοχωριά, η (στη Μεσοχωρjιά): Συνοικία. Η κεντρική πλατεία με τα καφενεία του χωριού, σύνθετο από το επίθετο μέσος + χωριό.
112.   Μπαριτάδικα, τα (στα bαριτάδικα): Συνοικία. Από το επώνυμο Μπαριτάκης > μεγεθ. Μπαρίτης. Στην Πόμπια τα κυριώνυμα από οικογενειακό όνομα εκτός από το επίθημα –(ι)ανανά σχηματίζονται και με το επίθημα –άδικα, πχ. Χιωθιανα / Χιωτάδικα. 
113.   Μπεϊλίκικα, τα (στα Μπεϊλίκικα): Οικισμός στο χωριό. Η ζώνη εντός οικισμού που κατοικούσαν οι τούρκοι μπέηδες. Στον ίδιο χώρο λειτουργούσε επί τουρκοκρατίας δικαστήριο.                             
114.   Μπίρμανης, ο (στου Μπίρμανη): Αναδασμός. (βλ. Μύλος Μπίρμαλη)
115.   Μποστανιά, η (στη Μποστανιά): Από το τουρκικό bostan = αγρός για πεπόνια και καρπούζια.   
116.   Μπρίκος, ο (στο Μπρίκο): Περιοχή νότια του χωριού στη βουνοπλαγιά. Πιθανότατα κυριώνυμο από παρωνύμιο.    
117.   Μύλος Μπίρμαλη, ο (στου bίρμαλη το Mύλο): Το τοπωνύμιο είναι τουρκικό και διαδεδομένο σε πολλές περιοχές της Κρήτης και αναφέρεται σε υδρόμυλους που αντιμετώπιζαν πρόβλημα λειψυδρίας. Και ο συγκεκριμένος μύλος προμηθευόταν νερό με αγωγό από τον ορεινό όγκο των Αστερουσίων, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα λειτουργίας  κατά τη θερινή περίοδο[25].
118.   Μύλος Πεδιαδίτη, ο (στου Πεδιαδίτη το Μύλο): Κυριώνυμο. Στην Πόμπια υπάρχει το επώνυμο Πεδιαδιτάκης > μεγεθυμένο Πεδιαδίτης. Σήμερα λέγεται Πυροσβεστική, η (στη bυροσβεστική).
119.   Νεκροταφείο Παλιό, το (στο Παλιό Νεκροταφείο): Ο προσδιορισμός παλιό διαφοροποιεί το χώρο από το όμορο νέο νεκροταφείο. 
120.   Νεκροταφείο, το (στο Νεκροταφείο)
121.   Νταμάρι Παλιό, το (στο Παλιό dαμάρι): Ο προσδιορισμός παλιό διαφοροποιεί το χώρο από το όμορο νέο νταμάρι, το χώρο εξόρυξης αμμοχάλικου. 
122.   Νταμάρι, το (στο dαμάρι): Παράγεται από το τουρκικό damar = φλέβα.
123.   Ξερολάκκια, τα (στα ξερολάκκια): σύνθετο τοπωνύμιο από το επίθετο ξηρός > ξερός + λάκκος > ξερολάκκια. 
124.   Παλαικαλύβες, οι (στσι Παλαικαλύβες): Το α΄ συνθετικό παλαιός- απαντάται σε τρία τοπωνύμια στην Πόμπια, ενώ το λαϊκότερο παλιός μία φορά. Παλαιές + καλύβες > Παλαικαλύβες. Προφανώς αναφέρεται σε περιοχή με καλύβες για την επίβλεψη κατά τους θερινούς μήνες των κήπων και των αμπελιών.
125.   Παλαίμυλος, ο (στο bαλαίμυλο): Αναδασμός. Το όνομα έρχεται από πιθανή παρουσία κάποιου παλιού μύλου στην περιοχή.                          
126.   Παλαίφουρνος, ο (στο bαλαίφουρνο): Βουνό. Παλαιός + φούρνος > Παλαίφουρνος. Το τοπωνύμιο δηλώνει την παρουσία κάποιου παλιού φούρνου στην περιοχή. Επειδή όμως ο λέξη φούρνος χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει και μικρές σπηλιές, πιθανολογώ ότι υπερισχύει η δεύτερη ερμηνεία.
127.   Παλιόστερνα, η (στη bαλιόστερνα): Σύνθετο από το επίθετο παλιός + ιταλ. cisterna > στέρνα. Λέγεται και  Ρημάμπελα, τα (στα Ρημάbελα).
128.   Παναγία Καληωρίτισσα, η (στη bαναγία τη gαληωρίτισσα): Θεοτοκωνύμιο: καλή + ώρα + επίθημα –ίτισσα > Καληωρίτισσα = η Παναγία που φέρνει την «καλή ώρα», το ευχάριστο γεγονός, τις ευχάριστες στιγμές.
129.   Παναγία, η (στην Παναγία): Αγιωνύμιο από το ομώνυμο εξωκλήσι.         
130.   Παπαδιανά, τα (στα Παπαδιανά): Συνοικία. Η περιοχή στη οποία είχε εγκατασταθεί η οικογένεια Παπαδάκη. Παπαδάκης + επίθημα –ιανά > Παπαδιανά.
131.   Παπίτσης, ο (στου Παπίτση): Κυριώνυμο. Περιοχή του κάμπου.
132.   Παπουράκι, το (στο Παπουράκι): Λέγεται και ως κυριώνυμο στου bουbουρή τ’ Αλώνι, από το όνομα του ιδιοκτήτη του.
133.   Πατερής, ο (στου Πατερή): Αναδασμός. Κυριώνυμο από το επώνυμο Πατεράκης > μεγεθυμένο Πατερής.
134.   Πεζούλια, τα (στα Πεζούλια): Περιοχή με αναβαθμίδες. Πέζα + υποκοριστικό επίθημα –ούλι > πεζούλι.
135.   Πέραμα Μπομπιανό, το (στο Μπομπιανό Πέραμα): Τοποθεσία βόρεια του οικισμού, δηλωτική του σημείου διέλευσης για την Πόμπια.
136.    Περβόλα, η (στη bερβόλα): περιβόλι > περβόλι > περβόλα. Η μετατροπή του ουδετέρου σε θηλυκό λειτουργεί μεγεθυντικά.
137.    Περβόλι Τσακίρη, το (στου Τσακίρη το Περβόλι): Κυριώνυμο. Το επώνυμο Τσακιράκης, μεγεθυμένο Τσακίρης, απαντάται σήμερα στην Πόμπια. Η εκφορά του συγκεκριμένου επώνυμο δεν διατηρεί το χαρακτηριστικό κρητικό τσιτακισμό στη συλλαβή –κί- (πρφ. Τσακhίρης
138.   Πηγάιδι Αθανάση, το (στου Αθανάση το Πηγάιδι): Κυριώνυμο.
139.   Πηγάιδι Ασάνη, το (στου Ασάνη το Πηγάιδι):  Χωράφια νοτιοδυτικά του χωριού. Κάποιος Τούρκος ονόματι Ασάνης σκοτώθηκε από τον Κόρακα στην περιοχή αυτή.
140.   Πηγάιδα, η (στη bηγάιδα): Συνοικία. Εκτός της ανάπτυξης του -ι- μεταξύ της δεύτερης και τρίτης συλλαβής (πηγάδι > πηγάιδι), γλωσσικό χαρακτηριστικό της περιοχής, η τροπή του ουδετέρου σε θηλυκό (πηγάιδι > πηγάιδα) λειτουργεί μεγεθυντικά.
141.    Πηγάιδι Βουλισμένο, το (στο Βουλισμένο Πηγάιδι): πιθανότατα στο παρελθόν υπήρχε στην περιοχή πηγάδι που «βούλησε» δηλαδή κατέρρευσε και επιχωματώθηκε.
142.    Πηγάιδι Γαλανό, το (στο Γαλανό Πηγάιδι): βορειοανατολικά του χωριού. Η ονομασία προέρχεται από ένα πηγάδι με γούρνα ανοιχτόχρωμη (γαλανή), που βρισκόταν εκεί παλαιότερα.
143.    Πηγάιδι Κόρακα, το (στου Κόρακα το Πηγάιδι): Κυριώνυμο. Αναφέρεται στον καπετάν Μιχάλη Κόρακα.
144.    Πηγάιδι Στρογγυλό, το (στο Στροgυλό Πηγάιδι): δηλωτικό του σχήματος και του εύρους του ανοίγματος.
145.    Πηλιωρύκια, τα (στα Πηλιωρύκια): Πρόκειται για μεσαιωνικό τοπωνύμιο προήλθε από την πηλωρύγια, δηλαδή το μέρος απ’ όπου εξορύσσεται πηλός. Στην περιοχή υπάρχουν βήσαλα.
146.   ΠΙΚΠΑ, το (στο ΠΙΚΠΑ): στην είσοδο του οικισμού, όπου κατασκευάστηκε και λειτουργεί το ΠΙΚΠΑ Πόμπιας. Η περιοχή λεγόταν Πλαθιανά, τα (στα Πλαθιανά)
147.   Πιλαθιανά, τα (στα Πιλαθιανά): Συνοικία. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Πιλατάκη. Υπάρχει το επώνυμο Πιλατάκης στην Πόμπια
148.   Πιταράδικα, τα (στα Πιταράδικα): Συνοικία Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Πιταράκη. Υπάρχει σήμερα στην Πόμπια το επώνυμο Πιταράκης.  
149.   Πλαθιανά, τα (στα Πλαθιανά): ή ΠΙΚΠΑ, το (στο ΠΙΚΠΑ): συνοικία
150.    Πλακούρα, η (στη bλακούρα): πλάξ, -κός > πλάκα + υποκοριστικό επίθημα –ούρι > πλακούρι > πλακούρα, με τροπή του ουδέτερου σε θηλυκό, για να λειτουργήσει μεγεθυντικά.
151.    Πλάτη, η (στη bλάτη): Το τοπωνύμιο δίδεται σε περιοχές ελαφρώς επικλινείς.
152.    Πόρος Κόκκινος, ο (στο gόκκινο bόρο): Αναδασμός. Τοπωνύμιο δηλωτικό της απόχρωσης του εδάφους. Πόρος = σημείο εισόδου ή θέασης μιας περιοχής.
153.    Πόρος Πλατύς, ο (στο bλατύ Πόρο): δηλωτικό της έκτασης.
154.    Ποταμίδα Μαύρη, η (στη Μαύρη bοταμίδα): Αναδασμός. Ποταμίδα χαρακτηρίζεται μια περιοχή με αμμουδοχώραφα, που συνήθως σχηματίζεται από τα φερτά υλικά των ποταμών. Ο προσδιορισμός μαύρη είναι δηλωτικός της απόχρωσης του εδάφους.
155.    Ποταμός, ο (στο bοταμό)
156.    Πρίκος, ο (στο bρίκο): Λόφος. Λέγεται ότι είναι ηφαίστειο επειδή στην κορυφή του υπάρχει τρύπα. Αποτελεί σημείο τοπικής λαϊκής μετεωρολογικής πρόβλεψης για τους κατοίκους του οικισμού. Αν υπάρχουν σύννεφα πάνω από τον Πρίκο, αποτελεί προμήνυμα βροχής.
157.    Πρινιάς, ο (στο bρινιά): περιεκτικό φυτωνύμιο: πρίνος + περιεκτικό επίθημα –άς > πρινιάς = η περιοχή με τα πουρνάρια (τους πρίνους).
158.    Πυροβολικές, οι (στσι Πυροβολικές): Σύνθετο τπν από τις λέξεις πύρ + βάλλω, χωρίς ωστόσο να ερμηνεύεται το τοπωνύμιο. Το ίδιο τοπωνύμιο στσι Πυροβολικές συναντάται στην Αγία Παρασκευή, στις Ελένες και στο Αποδούλου Αμαρίου και ο τύπος στην Πυροβολική στους Γουργούθους Αμαρίου.
159.    Πυροσβεστική, η (στη bυροσβεστική): Η περιοχή, λίγο πριν την είσοδο του οικισμού, στην οποία εγκαταστάθηκε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Παλαιότερα η περιοχή ονομαζόταν Μύλος Πεδιαδίτη, ο (στου Πεδιαδίτη το Μύλο).
160.    Ρημάμπελα, τα (στα Ρημάbελα): Αναδασμός. Σύνθετο φυτωνύμιο από το επίθετο έρημος + αμπέλι > στον πληθυντικό αριθμό ερημάμπελα > Ρημάμπελα.. Λέγεται και Παλιόστερνα, η (στη bαλιόστερνα).
161.   Ρίζα Μαυρογιάννη, η (στου Μαυροjιάννη τη Ρίζα): Κυριώνυμο. Περιοχή νότια του οικισμού.    
162.   Ρολόι, το (στο Ρολόι): Συνοικία. Από την παρουσία του χτιστού ρολογιού. Λέγεται και Άη Γιώργης, ο (στον Άη jιώρjη).
163.    Ρουσές, οι (στσι Ρουσές): Αναδασμός. Δηλωτικό της ποιότητας του εδάφους: Από το λατινικό rosseus = κόκκινος > ρουσά = κοκκινόχωμα.
164.   Ρουσογκρέμια, τα (στα Ρουσοgρέμια): Σύνθετο τοπωνύμιο: ρουσά + γκρεμός > ρουσογκρεμός > ρουσογκρέμια. Ονομάζεται έτσι λόγω ύπαρξης γκρεμού με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα (βλ. Ρουσές).         
165.    Ρυάκι Πονηρού, το (στου Πονηρού το Ρjυάκι): Κυριώνυμο από παρωνύμιο. Πονηρός ονομαζόταν ένας μεσίτης του χωριού.
166.   Σαββονικολής, ο (στου Σαββονικολή): Συνοικία. Κυριώνυμο. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια του Νικολάου Σαββάκη
167.    Σανιανά, τα (στα Σανιανά): Ο δάσκαλος Σφηνιαδάκης Στυλιανός, που καταγράφει το τοπωνύμιο για την ΕΚΙΜ, υποθέτει ότι πιθανόν να παράγεται «από το φρούριο Σανίανα, τουρκική ονομασία» (;). 
168.    Σημαντήρι, το (στο Σημαντήρι): Υπάρχει εξωκλήσι της Παναγίας. Το καμπαναριό της είναι κατασκευασμένο περίπου 200 μακριά, στην κορυφή υψώματος. Το ύψωμα αυτό λόγω της παρουσίας του καμπαναριού, ονομάστηκε Σημαντήρι.
169.    Σκινολάκκια, τα (στα Σκινολάκκια): Φυτωνύμιο. Σύνθετο από τις λέξεις σκίνος + λάκκος > σκινόλακκος > σκινολάκκια. Η μετατροπή του αρσενικού σε ουδέτερου σμικρύνει το περιεχόμενο του όρου: λακκιά = οι μικροί λάκκοι.
170.    Σκουροκέφαλα, τα (στα Σκουροκέφαλα): Ύψωμα. Σύνθετο από τις λέξεις σκουρί (= σκληρό πέτρωμα) + κεφάλι (= ύψωμα, λόφος) > σκουροκεφάλι. Η τροπή του ουδετέρου σε θηλυκό, Σκουροκεφάλα, λειτουργεί μεγεθυντικά.
171.   Σοκάκι Μακρύ, το (στο Μακρύ Σοκάκι): Συνοικία. Πρόκειται για ένα βασικό δρόμο του παλιού οικισμού. Σοκάκι < από το τουρκικό sokak = δρόμος, οδός.
172.   Σόπατα, τα (στα Σόπατα): σύνθετο τοπωνύμιο δηλωτικό της μορφολογίας του εδάφους: ίσος + πατώ > ισόπατο > σόπατο = επίπεδη περιοχή.
173.    Σπιτάκι Μυσαφιρέου, το (στου Μυσαφιρέου το Σπιτάκι): Κυριώνυμο από παρωνύμιο. (από το τουρκικό musafir = μουσαφίρης). Με τον όρο σπιτάκι αναφέρεται σε μικρή αγροικία για την επίβλεψη της παραγωγής.
174.   Σταθάδικα, τα (στα Σταθάδικα): Συνοικία. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Γιρβαλάκη, της οποίας ένας κλάδος φέρει το παρωνύμιο Σταθάκης.
175.   Σταυρός, ο (στο Σταυρό): Η πλατεία νότια του χωριού. Δεν υπάρχει εκκλησία, αλλά σταυροδρόμι. 
176.    Στένακας, ο (στο Στένακα): στενός + μεγεθυντικό επίθημα –ακας > στένακας, το μεγάλο στένωμα.  
177.    Στέρνα, η (στη Στέρνα): Λόγω της παρουσίας δεξαμενής. Από το ιταλικό cisterna με αποβολή της πρώτης συλλαβής: ci-sterna > sterna.
178.    Στράτα Πλαθιά, η (στη bλαθιά Στράτα): Αναδασμός. Δηλωτικό τους εύρους του αγροτικού δρόμου.
179.    Συριανός, ο (στου Συρjιανού): Κυριώνυμο. Το τοπωνύμιο είναι μεταγενέστερο, μετά την κατασκευή στον μέσον της διαδρομής Πόμπιας – Μοιρών νυκτερινού κέντρου διασκέδασης. Το όνομα του ιδιοκτήτη του κέντρου προσδιόρισε την περιοχή. Σήμερα υπάρχει πρατήριο υγρών καυσίμων. Παλαιότερα αλλά και σήμερα για την περιοχή χρησιμοποιείται το τοπωνύμιο Γεώτρηση, η (στη jεώτρηση).
180.    Σφάκα, η (στη Σφάκα): Φυτωνύμιο. Σφάκα στην κρητική διάλεκτο ονομάζεται η πικροδάφνη. Λέγεται και  Κατεβασές, οι (στσι Κατεβασές).
181.    Σφακορυάκι, το (στο Σφακορjυάκι): Σύνθετο φυτωνυμικό τοπωνύμιο. Σφάκα (πικροδάφνη) + ρυάκι > Σφακορυάκι, το ρυάκι με τις σφάκες.
182.    Σωρός Γέρος, ο (στο jέρο Σωρό): σωρός = λόφος. Ο προσδιορισμός γέρος έχει τη σημασία του μεγάλου.
183.    Σωτήρες, οι (στσι Σωτήρες): Αναδασμός. Δεν υπάρχει εκκλησία, επομένως δεν είναι αγιωνύμιο. Πιθανότατα το όνομα να οφείλεται στην αυξημένη ευφορία του εδάφους σε σχέση με την υπόλοιπη περιοχή («έσωζε» την περιοχή από την πείνα (;)).
184.    Σώχωρα Μιχάλαινας, τα (στση Μιχάλαινας τα Σώχωρα): έσω + χώρος > εσώχωρο > σώχωρο. Αρχικά ο όρος προσδιόριζε περίφρακτο κήπο. Σήμερα σχεδόν ταυτόσημο του κήπου. Κυριώνυμο από το ανδρωνυμικό της ιδιοκτήτριας: Μιχάλης + ανδρωνυμικό επίθημα –αινα > Μιχάλαινα, η σύζυγος του Μιχάλη. Τα κυριώνυμα ανδρωνυμικά τοπωνύμια αφορούν σε  γυναίκες που είτε χήρεψαν νωρίς και ανέλαβαν τα ηνία της οικογένειας είτε είχαν έντονη προσωπικότητα, που ξεπερνούσε αυτή του συζύγου.
185.    Σωχώρα Νικολάκαινας, η (στση Νικολάκαινας τη Σωχώρα): Κυριώνυμο από το ανδρωνυμικό της ιδιοκτήτριας: Νικόλαος + ανδρωνυμικό επίθημα –άκαινα > Νικολάκαινα, η σύζυγος του Νικολάκη. Παλαιότερα στην περιοχή συνηθιζόταν ο υποκορισμός των ονομάτων των ανδρών (Μιχαλάκης, Νικολάκης, Γιωργάκης κ.ά.).
186.    Τάβλα Μανουσέλαινας, η (στση Μανουσέλαινας τη dάβλα): Κυριώνυμο από ανδρωνύμιο. Υπάρχει το επώνυμο Μανουσέλης στον οικισμό. Τάβλα = επίπεδο χωράφι.
187.   Τζαγκαρορήνη, η (στση Τζαγκαρορήνης): Σύνθετο κυριώνυμο από το ονοματεπώνυμο της ιδιοκτήτριας. Τζαγκαράκη > μεγεθυμένο Τζαγκάρης + Ειρήνη > Τζαγκαρορήνη.
188.    Τζιβός, ο (στο Τζιβό): Πιθανολογώ ότι πρόκειται για φυτωνύμιο από την  τζίβα (η) = το φυτό iris cretensis.
189.    Τζίγκουνας, ο (στον Τζίγκουνα): με τον όρο τζιγκούνι προσδιορίζεται η μικρή πηγή. Η μετατροπή του ουδετέρου σε αρσενικό με το επίθημα –ας λειτουργεί μεγεθυντικά. Ο Ξανθουδίδης ερμηνεύει τον όρο τζιγκούνι από το επίρρημα τζύγκουτζύγκου (= στάλα στάλα, με οικονομία)[26], ο Χαράλαμπος Συμεωνίδης από το ιταλικό zeccone (< zecca = νομισματοκοπείο) = νομισματοκόπος, φιλάργυρος, το οποίο στη σικελική ντοπιολαλιά γίνεται zeccuni = αυτός που κόβει νομίσματα, που συγκεντρώνει νομίσματα[27], ο Γιάννης Γρυντάκης από το ιταλικό cinguettare = τιτιβίζω[28].          
190.    Τούρκικα, τα (στα Τούρκικα): Πιθανότατα βακουφική περιοχή ή ιδιοκτησία τουρκοκρητικών.
191.    Τρουλί Μαλλί, το (στο Τρουλί Μαλλί): Τρουλί = ύψωμα. Δυσνόητο τοπωνύμιο για τον γράφοντα. Η γραφή μαλλί με δυο λ επιλέγεται επειδή παραπέμπει στη γνωστή λέξη, χωρίς ωστόσο να προσδίδει σημασία στο τοπωνύμιο.
192.    Τροχαλιάδες, οι (στσι Τροχαλιάδες): Περιοχή με πολλές πέτρες, τροχάλους.
193.    Τροχαλιάς, ο (στο dροχαλιά): Αναδασμός. Περιοχή με πολλές πέτρες, τροχάλους.
194.    Τρύπα Καλογριάς, η (στση Καλογριάς τη dρύπα): Κυριώνυμο. Σπηλιά βορειοδυτικά του οικισμού. Η παράδοση θέλει να κατοικεί στη σπηλιά μια καλογριά. Όταν κάποτε ο Διγενής / Δίας έπαιζε στον Ψηλορείτη πετώντας αμάδες / βράχους, κάποια από αυτές σφηνώθηκε στην είσοδο της σπηλιάς της καλογριάς, κλείνοντάς την μέσα. Η καλογριά περδόμενη εξακόντισε την αμάδα, η οποία έπεσε στη ρίζα του βουνού, πάνω από το χωριό. Η αμάδα, ένας λιασμένος βράχος σε σχήμα γιγαντιαίου βότσαλου, βρισκόταν στα δεξιά του δρόμου προς Πηγαϊδάκια. Τα τελευταία είκοσι χρόνια με τη διαπλάτυνση του επαρχιακού δρόμου, δυστυχώς, ρίχτηκε στο ρυάκι και επιχωματίστηκε.
195.   Τρύπα Μεηρής, η (στση Μεηρής την Τρύπα): Κυριώνυμο πιθανότατα τουρκικό. Σπηλιά νοτιοανατολικά του χωριού σε αρκετό ύψωμα, όπου έχουν βρεθεί πήλινα εδώλια.            
196.   Τσικαλάδικα, τα (στα Τσικαλάδικα): Συνοικία. Κυριώνυμο από παρωνύμιο. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Ντελιδάκη, της οποίας το παρωνύμιο ήταν Τσικαλάδες.        
197.   Τσίμαρης, ο (στου Τσίμαρη): Κυριώνυμο.  
198.   Τύλισος, η (στην Τύλισο): Περιοχή νοτίως του οικισμού. Εξαιρετικά ενδιαφέρον τοπωνύμιο επειδή παραπέμπει στον ομώνυμο οικισμό της επαρχίας Μαλεβιζίου, που φέρει μινωικό όνομα.
199.   Φαράντος, ο (στου Φαράντου): Κυριώνυμο.
200.   Φαφουλάδικα, τα (στα Φαφουλάδικα): Συνοικία. Κυριώνυμο. Στην  Πόμπια υπάρχει το επώνυμο Φαφουλάκης. Φαφουλιανά, η περιοχή των Φαφουλάκηδων. Λέγεται Φαφουλιανά, τα (στα Φαφουλιανά) και Γυμνάσιο, το (στο jυμνάσιο).
201.   Φαφουλιανά, τα (στα Φαφουλιανά): Συνοικία. Κυριώνυμο. Στην  Πόμπια υπάρχει το επώνυμο Φαφουλάκης. Φαφουλιανά, η περιοχή των Φαφουλάκηδων. Λέγεται Φαφουλάδικα, τα (στα Φαφουλάδικα) και Γυμνάσιο, το (στο jυμνάσιο).
202.   Φουστανάδικα, τα (στα Φουστανάδικα): Συνοικία. Κυριώνυμο. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Φουστανάκη: Φουστανάκης > μεγεθυμένο Φουστάνης + επίθημα –άδικα > Φουστανάδικα.
203.   Φραγκάτα, τα (στα Φραgάτα): Αναδασμός. Πιθανότατα να πρόκειται για βενετσιάνικο τοπωνυμικό κατάλοιπο.
204.   Φραχτό, το (στο Φραχτό): Αναδασμός. Περιφραγμένο κτήμα αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την περιοχή και την προσδιόρισε τοπωνυμικά.
205.   Χαμαλιανά, τα (στα Χαμαλιανά): Συνοικία. Κυριώνυμο. Η περιοχή που βρίσκονται τα σπίτια της οικογένειας Χαμαλάκη: Χαμαλάκη > μεγεθυμένο Χαμάλης + επίθημα –ιανάΧαμαλιανά.
206.   Χάνι Τσικαλά, το (στου Τσικαλά το Χάνι): Κυριώνυμο. Παλαιότερα υπήρχε χάνι < τουρκ. han (πανδοχείο). Δεν απαντάται σήμερα το επώνυμο Τσικαλάς - Τσικαλάκης στην περιοχή. Πιθανόν να πρόκειται για παρωνύμιο. Παρωνύμιο της οικογένεια Ντελιδάκη.
207.    Χάρακας Αγά, ο (στ’  Αγά το Χάρακα): Κυριώνυμο, δηλωτικό της ιδιότητας του ιδιοκτήτη (αγάς). Πιθανόν η περιοχή στην οποία βρίσκεται ο βράχος στο παρελθόν να ανήκε σε τούρκο αγά.                                  
208.    Χάρακας, ο (στο Χάρακα): Το όνομα Χάρακας έχει μεγεθυντική σημασία: το μεγάλο χαράκι, ο μεγάλος βράχος.
209.    Χαράκι Τρυπητό, το (στο Τρυπητό Χαράκι): Από τη μορφή του βράχου που υπάρχει στην περιοχή.
210.    Χαράκια Χοντρά, τα (στα Χοdρά Χαράκια): Αναδασμός. Ο προσδιορισμός χοντρά αποκτά τη σημασία του μεγάλα.    
211.   Χιωθιανά, τα (στα Χιωθιανά): Συνοικία. Κυριώνυμο. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Χιωτάκη. Χιωτάκης > μεγεθυμένο Χιώτης + επίθημα –ιανά > Χιωθιανά.           Λέγεται και Χιωτάδικα, τα (στα Χιωτάδικα).                    
212.   Χιωτάδικα, τα (στα Χιωτάδικα): Συνοικία. Κυριώνυμο. Το τμήμα του οικισμού που κατοικούσε η οικογένεια Χιωτάκη. Χιωτάκης > μεγεθυμένο Χιώτης + επίθημα –άδικα > Χιωτάδικα. Λέγεται και Χιωθιανά, τα (στα Χιωθιανά).
213.   Χριστός, ο (στο Χριστό): Αγιωνύμιο. Από το ομώνυμο εξωκλήσι του Αφέντη Χριστού. Στην περιοχή υπάρχουν ίχνη προϊστορικής περιόδου.
214.   Ψαθάς, ο (στου Ψαθά): Αναδασμός. Πιθανότατα πρόκειται για κυριώνυμο.
215.   Ψύλλος, ο (στου Ψύλλου): Κυριώνυμο από παρωνύμιο (;). Αμπέλια βόρεια του χωριού. Λέγεται και στου Λιατίφη.






[1] Την μικρή αυτή εργασία μου αφιερώνω στην κυρία Αλκυόνη Κουμαντάκη-Χατζηδάκη και στη μνήμη του συζύγου της Νικολάου Χατζηδάκη για την ανόθευτη αγάπη και εκτίμηση με την οποία με περιέβαλαν τα χρόνια της παραμονής μου στην Πόμπια.
[2] V. Watrous, A survey of the Western Mesara plain in Crete, Hesperia 62/2 (1993) σ. 238 και Δημήτρης Τσουγκαράκης, Παρατηρήσεις στο χαρακτήρα των οικισμών της Βυζαντινής Κρήτης, Πεπραγμένα του ΣΤ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Φιλολογικός Σύλλογος Χρυσόστομος, Χανιά 1991, σελ. 604, και S. Carbone, Pietro Pizolo, Νotaio in Candia (1300, 1304-1305), τ. Ι, II, Venezia 1978, 1985.
[3] Elisabeth Santschi, Régestes des Αrrêts civils et des mémoriaux (1363-1399), des Archives du Duc de Crete, Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών, Bενετία 1976, σελ. 321, αρ. 1433
[4] Francesco Barozzi, Descrittione dell’ isola di Creta, composta da Franc. Barozzi, Βενετικές πηγές της Κρητικής Ιστορίας 3, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2004
[5] Pietro Castrofilaca, Libro di informattione delle cose publiche del Regno di Candia, et isole di Cerigo, Zante, Zaffalonia et Corfu ecc. Candia a 1583. Ανέκδοτος κώδικας της Μαρκιανής βιβλιοθήκης Mss. Ital. Cl. 6, No 156/6005
[6] Στέργιος Σπανάκης, Basilicata Francesco, Relazione 1630, Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας, τομ. V, Ηράκλειο 1969, σελ. 118
[7] Νικόλαος Σταυρινίδης, Μεταφράσεις των Τουρκικών Αρχείων, τ. Β΄, σελ. 123,  Ηράκλειο 1976 
[8] Robert Pashley, Ταξίδια στην Κρήτη, τ. Β, σελ. 233, ΤΕΔΚ Κρήτης, 1994
[9] Antonio Taramelli, Monumenti Antichi, IX, 297, και P. Faure, La Crete aux cent villes,  Κρητικά Χρονικά τ. 13 (1959) σ. 195
[10] Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ.  Β΄, σελ 626
[11] Ιλιάδα, Β, 756-759
[12] Paul Faure, Sept nouvelles villes de la Crète antique, Κρητικά Χρονικά, τόμ. ΙΘ, σελ. 227-229
[13] Επιτομή, ΙΙΙ, 15 α
[14] Γεώργιος Μαλεφιτσάκης,  Αχαϊκά τοπωνύμια στην Κρήτη, Ονόματα τ. 13, σελ. 166-172
[15] Πληροφορητές: Ανδρουλιδάκης Ιωάννης, Μελαμπιανάκης Γεώργιος, Μελαμπιανάκης Ιωάννης, Πολυζωίδου Κλεάνθη, Μπαστάκη Προξενεία, Σπυριδάκης Στέλιος, Σπυριδάκη Αικατερίνη, Σπυριδάκης Γεώργιος και Μπαστάκης Ιωάννης. Για την καταγραφή των τπν υπήρξε σημαντική η βοήθεια των μαθητών μου Μελαμπιανάκη Μανόλη (Λεύκιππου) από το Λύκειο της Πόμπιας και Σημαντιράκη Αγγελικής από το 4ο Γενικό Λύκειο Ηρακλείου.

[16] Santschi 1976:  Elisabeth Santschi, Régestes des Αrrêts civils et des mémoriaux (1363-1399), des Archives du Duc de Crete, Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών, Bενετία 1976, σελ. 52.
[17] Δημήτρης Τσουγκαράκης, Παρατηρήσεις στο χαρακτήρα των οικισμών της Βυζαντινής Κρήτης, Πεπραγμένα του ΣΤ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Φιλολογικός Σύλλογος Χρυσόστομος, Χανιά 1991σελ. 605
[18] Νικόλαος Σταυρινίδης, Ανέκδοτα έγγραφα της Τουρκοκρατίας εν Κρήτη, Κρητικά Χρονικά, τ. Α, Ι, 1947, σελ. 109
[19] Ζαχαρίας Τσιρπανλής, Κατάστιχο Εκκλησιών και Μοναστηρίων του Κοινού, Ιωάννινα 1985 σελ. 143
[20] Antonio Lombardo, Documenti della colonia veneziana di Creta, Torino 1942 σελ. 113-114
[21] Giuseppe Gerola, Monumenti Veneti dell’ isola di Creta, R. Istituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti, Venezia 1932-1940, vol. ΙΠ, σ.300-301, Στέργιος Σπανάκης, Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, τόμ. Β, Ηράκλειο 1991  σελ. 649.
[22] Αγαπητός Τσομπανάκης, Λεπίδα – Πατελλιά – Πατέλλα – Ζόμιθος, Κρητολογία τευχ. 9, 1979, σελ. 119
[23] Ελευθέριος Πλατάκης, Δημώδη ονόματα ορυκτών και πετρωμάτων της Κρήτης, Κρητολογία, τ. 12-13, 1981  σελ. 139-140
[24] Νικόλαος Σταυρινίδης, Καπετάν Μιχάλης Κόρακας, Ηράκλειο 1974, σελ. 171,1120
[25] Ανδρέας Λενακάκης, Πυργιώτισσα, Ονομάτων επίσκεψις, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη 2013, σελ. 177-179
[26] Στέφανος Ξανθουδίδης, Μελετήματα, Γλωσσικαί εκλογαί Β΄, σελ. 306-308., Ηράκλειο 2002
[27] Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Το τοπωνύμιο Τσίγκουνας, Κρητικά Τοπωνύμια, τ.  Β, Ρέθυμνο 2000, σελ. 267-268
[28] Γιάννης Γριντάκης, Τοπωνυμίες από το πρωτόκολλο του Μάρκου Αρκολέου, Τα Κρητικά Τοπωνύμια, τ. Α,  Ρέθυμνο 2000, σελ. 251-255

ΠΑΛΙΜΨΙΣΤΟΝ, περίοδος Γ΄, τεύχος 33 (Άνοιξη 2016) σελ. 183-210

Δεν υπάρχουν σχόλια: