«Το
πολεμικό και μεταπολεμικό συγκρουσιακό περιβάλλον στην περιοχή Μαλεβιζίου Κρήτης
μέσα από τις ιστορικές ρίμες του Γεωργίου Παπαδομιχελάκη»
Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι,
τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλέα γένηται, τά τε ἄλλα καὶ δι᾽ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι.[1]
Η ιστορία λοιπόν σύμφωνα με τον πατέρα της τον
Ηρόδοτο μελετά τα γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων, για να μην ξεχαστούν
με το πέρασμα των χρόνων έργα μεγάλα καὶ θωμαστά. Ανάμεσα
στα μεγάλα καὶ θωμαστά υπάρχουν και ορισμένα ιστορικά γεγονότα, τα οποία έχουν
χαρακτηριστεί ως συγκρουσιακά και τραυματικά, θέματα που είναι δύσκολα στη
διαχείρησή τους, που πολλοί δεν θέλουν καν να θυμούνται. Τέτοια είδους ζητήματα
απαντούν και στην ελληνική ιστορία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα όσα έχουν
προκύψει από τα ερωτήματα που εγείρονται και σχετίζονται με τον Β΄ παγκόσμιο
πόλεμο. Σε ποιον πιστώνεται η νίκη
στον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο, στον δικτάτορα Μεταξά ή στον ελληνικό λαό; Ποιοι
πρωτοστάτησαν στην Αντίσταση; Ποιες ήταν οι απώτερες βλέψεις των αντιστασιακών
οργανώσεων; Ποιοι ευθύνονται για τα αντίποινα των δυνάμεων κατοχής εναντίον των
αμάχων; Ποιος προκάλεσε τα Δεκεμβριανά; Ποιος ξεκίνησε τον Εμφύλιο; Ποιος ήταν
ο ρόλος των συμμάχων; Τιμωρήθηκαν οι δοσίλογοι; [2]
Τι σημαίνει όμως συγκρουσιακό γεγονός;
Συγκρουσιακό ζήτημα τόσο στο πλαίσιο της ιστορίας όσο και γενικότερα, είναι αυτό
που γεννά αντικρουόμενες απόψεις και πιθανόν πόλωση κατά την αναφορά του σε μια
συζήτηση. Όπως αναφέρει ο Μαυροσκούφης[3],
συγκρουσιακό θέμα είναι εκείνο για το οποίο δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε
συμπέρασμα, δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή και καθιερωμένη άποψη, ενώ συχνά
διαιρεί την κοινωνία, καθώς οι ομάδες που βρίσκονται μέσα σε αυτήν εκφράζουν
διαφορετικές ερμηνείες ή υποστηρίζουν διαφορετικές αξίες. Σύμφωνα με τον ορισμό
του Legardez[4],
τραύμα είναι ένα κοινωνικά επίμαχο ζήτημα που φέρει αβεβαιότητες,
διαφοροποιήσεις, αμφιβολίες, διενέξεις, αντιπαραθέσεις ή συγκρούσεις σε σχέση
με την πρόοδο και τους φορείς που εμπλέκονται σε αυτό. Για την Ελλάδα, τέτοιου
τύπου υπήρξαν τα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και ο εμφύλιος που τον
ακολούθησε.
Το
θέμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα σχολικά κυρίως εγχειρίδια, έχει προβληθεί
ως πόλεμος εθνικών κρατών και διεθνών συμμαχιών, με έμφαση στα πολεμικά και πολιτικά
γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή. Κομβικό σημείο για την προσέγγιση της
περιόδου, σε ένα ευρύτερο, πολυπρισματικό πλαίσιο, υπήρξε το γεγονός της
«αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης του ελληνικού λαού εναντίον των
στρατευμάτων κατοχής 1941-1944, με την ψήφιση του Νόμου 1285/1982. Στην περίοδο
που ακολούθησε, μετά την αποκατάσταση των αγωνιστών της Αριστεράς, παρατηρείται
μία «έκρηξη» μνήμης, που υπογραμμίζει την αντίθεση σύσσωμου του Ελληνικού λαού στις
δυνάμεις κατοχής και στον φασισμό, ξένο ή εγχώριο. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος
ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας για την φρίκη του πολέμου, στην
οποία, σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, συνέδραμαν οι ντόπιοι δοσίλογοι και
μαυραγορίτες[5]. Η
ιστορική έρευνα, τα τελευταία χρόνια έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στη μελέτη
της δεκαετίας 1940, με την αναζήτηση και αξιοποίηση νέων πηγών και μαρτυριών,
διευρύνοντας την οπτική προσέγγισης της περιόδου. Σημαντική πηγή για την
ιστορία της περιόδου αυτής συνιστούν οι ιστορικές ρίμες.
Η
εμπέδωση του Ερωτόκριτου και η μετατροπή του σε λαϊκό ανάγνωσμα από το δεύτερο
μισό του 18ου αιώνα και μετά συνέβαλε καθοριστικά στην γέννηση της
κρητικής ιστορικής ρίμας, του ιαμβικού ομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου
ποιήματος / τραγουδιού, που ξεκίνησε το 1787[6]
με την εκτενέστατη ρίμα του Δασκαλογιάννη (1032 στίχοι), και κορυφώθηκε το 1908
στον Βίο του αρχηγού Μιχάλη Κόρακα (1623 στίχοι). Στην πλειονότητά τους όμως οι
ιστορικές ρίμες είναι πολύ μικρότερης
έκτασης και αναφέρονται συνήθως σε τοπικά γεγονότα και για τούτο είναι άρρηκτα
συνδεδεμένες με την τοπική ιστορία. Ιστορικές ρίμες γράφτηκαν για όλα τα
σημαντικά ιστορικά γεγονότα του 20ου αιώνα (Μακεδονικός Αγώνας,
Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κυπριακό Ζήτημα / Αττίλας).
Μολονότι
η γέννησή τους οφείλεται στην ανάγκη διάδοσης των ιστορικών γεγονότων, καθώς
αποτελούσαν μια μορφή εφημερίδας για τους αγράμματους και ολιγογράμματους
χωρικούς της Κρήτης, η συνήθεια της σύνθεσής τους συνεχίστηκε ακόμα και όταν οι
εφημερίδες και το ραδιόφωνο είχαν καταστεί τα κύρια μέσα ενημέρωσης σε ολόκληρη
την κρητική ύπαιθρο. Ελάχιστοι μεταπολεμικοί ριμαδόροι για δυο περίπου
δεκαετίες τύπωναν και κυκλοφορούσαν έναντι αμοιβής φυλλάδες με τις ποιητικές
τους συνθέσεις, ωστόσο, η πλειονότητα τις κατέγραφε σε τετράδια, τα οποία παρέμειναν
ως πνευματική κληρονομιά των απογόνων τους, χωρίς να απαγγελθούν ή ακόμα και να
διαβαστούν ποτέ[7].
Εύλογα
γεννιέται το ερώτημα: αφού δεν πρόκειται να τυπωθούν και επομένως να διαβαστούν
οι ρίμες αυτές, γιατί οι ριμαδόροι προβαίνουν στην σύνθεσή τους. Τα κίνητρα δεν
μπορούν να είναι διαφορετικά από εκείνα των συγγραφέων προσωπικών ημερολογίων.
Πρωτίστως είναι η επιθυμία να απαθανατίσουν τις σημαντικές στιγμές της ζωής
τους και δευτερευόντως να καλύψουν μια εσωτερική ανάγκη να δηλώσουν ότι ήταν
παρόντες στα γεγονότα αυτά, ότι έπαιξαν κατά κάποιο τρόπο έναν ρόλο στην έκβασή
τους, έστω και αν η συμμετοχή τους ήταν αποκλειστικά η καταγραφή των γεγονότων.
Οι συγγραφείς ημερολογίων είναι συνήθως άτομα μέσης ή ανώτερης μόρφωσης, ενώ οι
λαϊκοί ριμαδόροι είναι άνθρωποι του λαού, με ό,τι αυτός ο χαρακτηρισμός
εμπεριέχει: ολιγογράμματος, αγροτοκτηνοτρόφος του χωριού ή χειρώνακτας της
πόλης με αναζητήσεις κοινωνικές, τις οποίες επιθυμεί να κοινοποιήσει στους
άλλους. Η συναισθηματική ένταση, που διακατέχει τους ριμαδόρους, και η ανάγκη
κατάθεσης της προσωπικής μαρτυρίας αφενός ως τεκμηρίου της ιστορικής αλήθειας
και αφετέρου ως παρακαταθήκης για τους μεταγενέστερους, δεν είναι σταθερό
γνώρισμα των ημερολογίων. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διαφοροποιείται ο ριμαδόρος
από τον συγγραφέα ημερολογίου. Ο τελευταίος είναι ένας ήρεμος παρατηρητής της
καθημερινότητας, ενώ ο πρώτος έμπλεος ποιητικού δημιουργικού οίστρου, χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για αξιόλογη ποίηση.
Ο
ριμαδόρος, ο Γεώργιος Παπαδομιχελάκης, το ποίημα του οποίου εξετάζεται, δεν
είναι προικισμένος ποιητής. Έγινε ποιητής αποκλειστικά και μόνο για να αποδώσει,
με τον γνωστό σ’ αυτόν τρόπο, τα όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στην ιδιαίτερη
πατρίδα του. Σημασία, επομένως, δεν έχει η αυστηρή τήρηση των ποιητικών κανόνων,
όσο η απόδοση της ιστορικής αλήθειας με όλες τις λεπτομέρειες που ο ίδιος ήθελε
να καταγράψει. Γεννημένος το 1900 στο Μάραθος της ιστορικής επαρχίας Μαλεβιζίου
του νομού Ηρακλείου, με γραμματικές γνώσεις Γ΄ Δημοτικού, πολεμιστής στη
Μικρασία, αντάρτης την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, πέρασε μεγάλος μέρος της
μεταπολεμικής ζωής του στη φυλακή ή στα ξερονήσια ως πολιτικός εξόριστος. Η
αριστερή πολιτική του συνείδηση, η μακρά περίοδος αναστοχασμού που του
επέτρεπαν τα χρόνια της φυλακής και της εξορίας, τον οδήγησαν στη σύνθεση της
παρούσας ιστορικής ρίμας, στην οποία είναι ορατές οι πολιτικοκοινωνικές
συγκρούσεις σε μια μικροκοινωνία, έναν ορεινό οικισμό της Κρήτης, το Μάραθος.
Η ρίμα γράφηκε μεταπολεμικά, το 1946, την
περίοδο του εμφυλίου, ενόσω ο ίδιος ήταν φυλακισμένος για τις πολιτικές του
πεποιθήσεις. Εύκολα μπορούμε να συνάγουμε ότι από την συγκεκριμένη ρίμα
ενδιαφέρει: από τη μια η εξέταση του τρόπου έκφρασης του βιώματος του
δημιουργού, με αναζήτηση των κινήτρων που τον οδήγησαν στη σύνθεσή της, σε μια
χρονική στιγμή πολύ κοντά στα τραυματικά αυτά γεγονότα (Ιανουάριος 1946), με
πολύ νωπές ακόμη τις μνήμες, και από την άλλη η μελέτη της ως πηγής για την
ιστορία. Στην ιστορική ρίμα που εξετάζεται, αναφέρονται όλοι οι συγχωριανοί του
δημιουργού που έχασαν τη ζωή τους, αφού προδόθηκαν στους Γερμανούς από
συγκεκριμένη οικογένεια δοσίλογων. Κεντρικό θέμα αποτελούν επίσης οι μαζικές
εκτελέσεις, στις 21 Αυγούστου 1943, στα χωριά Μάραθος και Δαμάστα ως αντίποινα
για το Σαμποτάζ της Δαμάστας, στις οποίες η συγκεκριμένη οικογένεια δοσίλογων
διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς γνώριζε πρόσωπα και καταστάσεις. Στα
στιχουργήματα ζωντανεύει το βαρύ κλίμα της εποχής, η πικρία για τις
αδικοχαμένες ζωές και η απογοήτευση για το δίκαιο που δεν αποδόθηκε. Στην παρούσα
μελέτη το βάρος θα δοθεί στην ανάδειξη του δράματος ολόκληρης της τοπικής
κοινωνίας του Μαράθου, ενός πολύ μικρού χωριού που ανέπτυξε πολύ πλούσια,
αναλογικά με τον πληθυσμό του[8],
αντιστασιακή δράση και πλήρωσε πολύ βαρύ τίμημα, κατά την περίοδο της κατοχής,
χωρίς ωστόσο να συγκαταλέγεται ακόμα στα μαρτυρικά χωριά της Κρήτης. Το χωριό
Μάραθος Μαλεβιζίου, στο 20 χιλιόμετρο του παλαιού δρόμου προς το Ρέθυμνο,
σύμφωνα με τον Σπανάκη το 1940 αριθμούσε 403 κατοίκους.
Ήδη
από την προπολεμική περίοδο στον οικισμό είχαν πέσει γόνιμοι σπόροι του μαρξισμού,
δίνοντας του μάλιστα το παρωνύμιο Μικρή Μόσχα. Όπως ήταν επόμενο, σε περίοδο
που οι κουμμουνιστικές ιδέες και οι κουμουνιστές
ήταν υπό διωγμόν, οι σχέσεις μεταξύ των λαϊκών και των αριστερών κατοίκων ήταν
τεταμένες, αφού από τη μια υπήρχαν οι ιδεολόγοι μαρξιστές που αγωνίζονταν για τις
αρχές του κουμμουνισμού και από την άλλη οι λαϊκοί που πάσχιζαν για την τήρηση
του νόμου και της τάξης, όπως την εννοούσε εκείνη την περίοδο η άρχουσα τάξη.
Με την κυριαρχία των Γερμανών στην
Κρήτη δόθηκε η ευκαιρία σε ορισμένους εκφραστές του λαϊκού κόμματος να
εισχωρήσουν στους κόλπους του κατακτητή, να συνεργαστούν μαζί του κατευθύνοντας
την δολοφονική του μανία. To
ποίημα του Γεωργίου Παπαδομιχελάκη αντανακλά εναργώς το συγκρουσιακό κλίμα της
εποχής. Τη ρίμα εκκινεί η Γερμανική επίθεση στην Κρήτη και η προσπάθεια του
κατακτητή να βρει «άξιους» συνεργούς που θα συνεπικουρήσουν το θηριώδες έργο
του. Στον αντίποδα στέκονται οι Κρητικοί που θέλοντας να αντισταθούν, ανέβηκαν
ως αντάρτες στα βουνά (όπως και ο δημιουργός), για να κάνουν το χρέος τους
απέναντι στην πατρίδα.
Του
Μάη την εικοσιμιά ήταν ημέρα Τρίτη
που
οι Γερμανοί επέδραμαν και σκλάβωσαν την Κρήτη
να
της σκορπίσουν συμφορές, να την μαυροφορέσουν,
να
σφάξουν, να σκοτώσουνε, να κάνουν ό,τι μπορέσουν.
Ήλθαν
στην Κρήτη οι Γερμανοί, όμως για να σταθούνε, 5
παντού
άρχισαν να ψάχνουνε τσανάκια τους να βρούνε.
Όμως
της Κρήτης ο λαός, που θέλει ελευθερία,
ευθύς
εβγήκε στο βουνό με πίστη και θυσία.
Άλλοι
εβγήκαν στα βουνά κι άλλοι στις πολιτείες,
παλεύουν
μ’ αφοσίωση, στερήσεις και θυσίες. 10
Όσοι
‘χαν πατριωτισμό, γέροι, μικροί μεγάλοι,
Καθένας για τη λευτεριά, κάτι για να συμβάλει.
Βρέθηκαν
όμως και πολλοί δίχως Ελλήνων αίμα
κι
αντίς να πολεμήσουνε, από τον φόβο ετρέμαν.
Δεν
‘θέλαν κακοπέραση, δίχως ψωμί τα χόρτα, 15
κι
ετρέξαν να σκουπίσουνε του βάρβαρου την μπότα.
Θέλανε
καλοπέραση, ΄θέλαν ασυδοσία,
κι
αυτά τα ξαγοράζανε, με μαύρη προδοσία.
Πολλοί
παρουσιάστηκαν και γίναν κεσταμπίτες,
για
να προδώσουν στον εχθρό, τόσες χιλιάδες Κρήτες
(1-20)
Στη
συνέχεια, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα ονόματα των οικογενειών των
δοσίλογων στην ευρύτερη περιοχή του Μαλεβζίου, των οποίων το προφίλ σκιαγραφείται
πολύ παραστατικά:
Βγήκαν
κι από το Μάραθος κάμποσα κατακάθια,
κοινωνικά
αποβράσματα και το χωριό όλο κάψαν. (23-24)
Ποτέ
δεν εδουλέψανε στα χρόνια όπου ζούσαν,
μόνο
με τους εκβιασμούς και τις κλεψιές περνούσαν. (27-28)
Βούγια,
γαϊδάρους και οζά εκλέβαν των αθρώπω
και
κάναν τους νοικοκυρούς, χωρίς κανένα κόπο. (33-34)
Τσιγάρα,
στάρι μπόλικα ΄π΄ τους Γερμανούς επαίρναν,
το
πλήρωναν με προδοσές και πατριώτων αίμα. (39-40)
Ακολουθεί
σύντομη αναφορά σε μαζικές εκτελέσεις πατριωτών στα χωριά της ευρύτερης
περιοχής, τις οποίες συνδέει με τις εκτελέσεις που θα περιγράψει έπειτα, στο
χωριό Μάραθος:
Στ΄
Ανώγεια[9] και
στου Σοκαρά[10]
δεκάδες εκτελέσαν,
μάνες,
γυναίκες κι ορφανά πολλά μαυροφορέσαν.
Δεν
είναι μόνο ο Σοκαράς, Μάραθος[11] και
τ΄ Ανώγεια,
που
κάμανε όποιος περνά ν’ ακούει μοιρολόγια.
Σ’
όλη την Κρήτη πρόλαβαν και κάμαν προδοσίες
κι
αφήνανε παιδιά ορφανά και τις γυναίκες χήρες (43-48)
Έπειτα
συνδέει τις εκτελέσεις, με τους τοπικούς καταδότες, αναφέροντας τα μικρά τους
ονόματα και κατονομάζοντας ως αρχηγό τον μεγάλο αδελφό. Έπεται η αναφορά σε
καθένα από τους εκτελεσθέντες, παρακολουθώντας το χρονικό της προδοσίας και της
εκτέλεσής τους, με χρονολογική σειρά. Πρώτο θύμα υπήρξε ο Δημήτριος Μουλακάκης,
ο οποίος την περίοδο της κατοχής συνεργαζόταν με τις αντάρτικες ομάδες των
Ανωγείων και μετέφερε με το μουλάρι του τρόφιμα από την πόλη και το χωριό στο
βουνό:
Στις
δεκατρείς του Νοεμβριού μες στο σαράντα τρία 65
το
Μήτσο πρώτο πιάσανε χωρίς καμιά αιτία.
Άχι
κι ας σ’ τό ΄λεγε κανείς, αξέχαστε Δημήτρη,
την
Παρασκή ξημέρωμα, που ‘φυγες απ’ το σπίτι,
πως
τό ΄γραψε η τύχη σου πίσω να μη γυρίσεις,
…………………………………………………
για
να φιλήσεις μια φορά ακόμα τα παιδιά σου, 70
μαζί
με τη γυναίκα σου και τη γριά μαμά σου.
Άφησες
τέσσερα ορφανά και τη γυναίκα χήρα,
οι
άτιμοι το θέλανε, δεν τό ‘γραφε η μοίρα.
Εμπήκες
στο Ηράκλειο και γύρω σου κοιτούσες
και
έβλεπες τους Γερμανούς κι όλος αγαναχτούσες. 75
Ποιος
να ΄ναι που σε τράβηξε, ποιανού προδότη χέρι
………………………………………………………………………………………
και
μέσα στο υπόγειο σε ΄βάνουν και σε κλειούνε,
για
να σε πάνε στη Μιαμού να μη σε ξαναδούμε.
Επέρασε
η Παρασκευή, βραδιάζει το Σαββάτο
κι
αρχίσανε στο σπίτι σου να γίνονται άνω κάτω. 80
Ξημέρωσε
η Κυριακή, κατρακυλά η Δευτέρα,
κανένας
δεν εβρίσκετο να μας-ε πει για σένα.
Μουλοδημήτρη,
οι άτιμοι σε ‘φάγαν δίχως λόγο,
μα
ο κόσμος σε κατάταξε στην τάξη των ηρώων.
Κλάψανε
φίλοι και δικοί και στενοχωρηθήκαν, 85
μα
δέκα μήνες ύστερα άλλα κακά μας βρήκαν.
Εσύ
κοιμάσαι αιώνια, το αίμα σου ποτίζει,
το
δέντρο της ελευθεριάς καθημερνώς τ’ ανθίζει. (65-87)
Το
χρονικό των μαζικών εκτελέσεων της 21ης Αυγούστου και οι δραματικές
του επιπτώσεις στη ζωή των κατοίκων του Μαράθου περιγράφεται πολύ παραστατικά.
Οι εκτελέσεις αποτέλεσαν αντίποινα για το Σαμποτάζ της Δαμάστας, που έγινε στη
θέση Δαμαστό, 1300 μέτρα περίπου δυτικά του χωριού Δαμάστα, με στόχο το τμήμα
ασφάλειας που μετέφερε καθημερινά το γερμανικό ταχυδρομείο από το Ηράκλειο στα
Χανιά. Η αιτιολογία ήταν ότι οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά τις κινήσεις των
ανταρτών και καθώς δεν τις αποκάλυπταν στον κατακτητή, έπρεπε να τιμωρηθούν.
Τον
Αύγουστο εικοσιμιά πριν να χαράξει η μέρα,
Αχ!
Πώς θα την ξεχάσομε τη σκοτεινή Δευτέρα.
Πριν
ακόμα να συγκεντρώσουν τους κατοίκους στην πλατεία, οι Γερμανοί σκότωσαν δύο
ακμαίους άνδρες, τον Ιωάννη Βρέτζο 28 ετών και τον Γεώργιο Λίβα, 19 ετών,
αρχηγό της ΕΠΟΝ:
Τρεις,
μετά τα μεσάνυχτα τον τόπο εκυκλώσαν,
άστρα
‘χε ακόμη ο ουρανός και δυο μας εσκοτώσαν
Γιάννης
ο Βρέτζος είν’ ο είς και το θυμάμαι ακόμα,
αφήνει
δυο παιδιά ορφανά, χήρα, κοιλιά στο στόμα. (95-96)
Ο
θάνατος του Γεωργίου Λίβα θεωρείται από τον δημιουργό ως μια πολύ σημαντική
απώλεια τόσο για το χωριό όσο και για την αντίσταση:
Σαν
κυπαρίσσι λυγερό ήτονε το κορμί σου,
νέος
δεκαεννιά χρονώ απάνω στην ακμή σου.
Σαν
την καμπάνα είχες φωνή μέσα στην εκκλησία,
χάνει
η ΕΠΟΝ τον αρχηγό, διπλή ΄ν΄ η απωλεία. (103-106)
Έπειτα
με σκωπτικό τρόπο περιγράφει τις κινήσεις των δοσίλογων, όπως τις έχει
φανταστεί, καθώς ετοιμάζονται να επιτελέσουν το έργο που έχουν αναλάβει:
Οχτώ
προδότες πήγανε από την ίδια φάρα,
σήκω,
Μιχάλη, να ντυθείς, να κατεβείς τη σκάλα.
Ξύπνησε
και τ’ αδέλφια σου κι όλη τη συμμορία,
ετοιμαστείτε
γρήγορα κι έχομε υπηρεσία.
Πάρτε
και την κατάσταση μαζί να την κρατούμε
που
γράφει τα ονόματα που θα εκτελεστούνε.
Μπαίνουνε
μέσα στο χωριό και σπείρουνε τον τρόμο,
τον
κόσμο συγκεντρώσανε απάνω προς το δρόμο. (109-116)
Όλοι
οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνονται στην πλατεία. Οι μόνοι που λείπουν είναι
εκείνοι που έχουν ανέβει στα βουνά ως αντάρτες, των οποίων ο εντοπισμός είναι δύσκολο
έργο, αποτελεί όμως το ζητούμενο και το μεγάλο στοίχημα των δοσίλογων:
Λείπουν
ακόμη μερικοί, μα τούτο το φοβούμαι,
παρόλο
που τους γράφομε, δύσκολα θα τους βρούμε.
Όμως
σου δίνω υπόσχεση πως δε θα σταματήσω,
θα
κινηθώ δραστήρια να τους ανακαλύψω.
Στείλε
μου δύναμη ισχυρά, να την καθοδηγήσω
κι,
απ’ όσους λείπουν, ζωντανό κανένα δε θ’ αφήσω. (121-126)
Το
κίνητρο του δημιουργού αναφέρεται ρητά στους επόμενους στίχους: νιώθει την
ανάγκη να αφήσει ένα γραπτό κείμενο, το οποίο θα αποτυπώνει την άδικη θυσία
αυτών των ανθρώπων που από απλοί χωρικοί πέρασαν στη σφαίρα των ηρώων, καθώς
θυσιάστηκαν, προδομένοι όχι από κάποιον
εχθρό, αλλά από τους ίδιους τους μέχρι χθες φίλους και συγχωριανούς τους. Τα
ονόματα αναφέρονται ένα προς ένα και συνοδεύονται κι από ένα εγκώμιο για τις
αρετές των αδικοχαμένων ηρώων:
Ο
πρώτος που είπε το παρόν είναι ο Βλατάς ο Σήφης
τριάντα
δυο μερώ γαμπρός χήρ’ άφησε τη νύφη.
Βγάζουν
ακόμα δώδεκα για συμπληρωθούνε
που
όλων τα ονόματα θα πρέπει να τα πούμε,
για
να γραφτούν καμιά φορά κι αυτοί στην ιστορία
να
τους φωνάζουν οι λαοί κι η μνήμη αιωνία.
(131-136)
Δεύτερος
ακολουθεί ο Κώστας Παπαδομιχελάκης, ο οποίος συνήθιζε να κοιμάται έξω στην
εξοχή για να μην τον πιάσουν οι Γερμανοί, όμως την προηγούμενη μέρα είχε κάνει
το λάθος να κοιμηθεί στο σπίτι του. Στο ποίημα ζωντανεύει ένας διάλογος με την
κουνιάδα του:
Πρωί
πρωί σηκώθηκε, τον είδε η Ειρήνη.
«-Άχι,
κουνιάδο, τι έκαμες; Μέσα ‘θελα ξωμείνεις;».
Μ’
ένα γλυκό χαμόγελο της απαντά κι εκείνος:
«-Ότι
θα γίνουν οι πολλοί, πάω κι εγώ να γίνω». (141-144)
Ακολουθεί ο Χαράλαμπος
Περυσινάκης, υπόδειγμα νοικοκυραίου:
Υπόδειγμα
νοικοκυρού ήσουν Περυσινάκη
ποτέ
σου δεν εψύχρανες ούτε μικρό παιδάκι,
Ποιον
έβλαψες, ποιον πείραξες σε όλη τη ζωή σου,
που
μόνο με τον κόπο σου έβγανες το ψωμί σου;
(161-164)
Ο Μιχάλης Δασκαλάκης 19
χρονών:
Δεκαεννιά
χρονών παιδί, μεγάλη η ομορφιά του
κι
εθαύμαζε όλο το χωριό τα προτερήματά του.
Από
μικρός δε γνώρισε τα χάδια του πατέρα,
τ’
ανάθρεψε η μάνα του με μια γριά μητέρα.
(167-170)
Ο Γιάννης Μουντουφάρης 32
χρονών:
Πώς
να σας τον διηγηθώ τον Γιάννη Μουντουφάρη
που
‘χει αδερφή απροστάτευτη, τον είχε για καμάρι.
Τριάντα
δυο χρονών παιδί, ένα ‘χε να πασχίσει,
την
αδελφή την ορφανή να την ‘ποκαταστήσει. (171-174)
Τα αδέλφια, Σταύρος και
Χαράλαμπος Κλινάκης:
Ο
Σταύρος κι ο Χαράλαμπος, οι δυο αδερφοί Κλινάκη,
αγκαλιασμένοι
βρίσκονται στου Χάρου το κονάκι.
Τρία
παιδιά ο Χαράλαμπος κι ο Σταύρος άλλα τρία
αφήσανε
μικρά μικρά, με δίχως προστασία. (177-180)
Ο
Νικόλαος Βλατάς, συνεργάτης των ανταρτών που
άφησε ορφανό τον μοναχογιό του:
Πολλές
φορές τα τρόφιμα πήγες στον Ψηλορείτη
που
πρόσφερε όλος ο λαός που πόναγε την Κρήτη. (184-185)
Ο
Μιχάλης Κλινάκης, παρόλο που είχε παιδί ορφανό από μητέρα, δεν θα μπορούσε να
εξαιρεθεί, καθώς τροφοδότησε με αλεύρη τους αντάρτες:
γιατί
επήγε κι άλεσε στον Αλμυρό κριθάρι,
για
να το κάνουνε ψωμί, να πάνε στην ομάδα,
να
φαν αυτοί που πάλεψαν για λεύτερη Ελλάδα.
(194-196)
Ο
Γιάννης Παλαιάκης, γιατί αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους δοσίλογους (197-198).
Το
ίδιο και ο Μανώλης και Νίκος Πρινάρης και ο θείος τους. Έπειτα περιγράφεται η
δραματική στιγμή της εκτέλεσης:
Τους
δεκατρείς Μαραθιανούς που ήσαν εις τ’ αμάξι
έντεκα
Έλληνες δήμιοι βάζουν εν παρατάξει.
Τους
δείχνουν προς τον ποταμό και λίγο προχωρούνε,
είναι
δραματικές στιγμές εκείνες που περνούνε.
Αρχίσαν
την εκτέλεση κι η λαγκαδιά εσώπα
απ’
τις ριπές που βγάζανε τα μαύρα πολυβόλα.
Στην
τελευταία τους στιγμή στον πόνο τον μεγάλο
τρέχει
όποιος προλάβαινε κι αγκάλιαζε τον άλλο. (228-235)
Το
ποίημα κλείνει με ένα γενικό απολογισμό και το χρέος όσων απόμειναν ζωντανοί:
Ελάτε,
κτήνη, μια στιγμή να δείτε τις δουλειές σας
να
δείτε τ’ αποτέλεσμα από τις προδοσές σας.
Εικοσιπέντε
ορφανά κι ακόμα εννιά χηράδες
κι
όλο το άλλο το χωριό μαύρο σαν αραπάδες.
Κλείνω
με γόνυ ευλαβικά στον τάφο των ηρώων
κι
όρκο μεγάλο δίνομε μπροστά στον κόσμον όλον
πως
δε θα σταματήσομε στα χρόνια που θα ζούμε
(270-276)
Η
ιστορική ρίμα του Γεωργίου Παπαδομιχελάκη σκιαγραφεί ένα απόλυτα συγκρουσιακό
γεγονός. Ακουμπά ένα κοινωνικά και ιστορικά επίμαχο ζήτημα που μπορεί να
εγείρει διαφοροποιήσεις, αμφιβολίες, διενέξεις, αντιπαραθέσεις ή
συγκρούσεις. Σε ένα μικρό χωριό με την
ιδιοτυπία του χώρου, όπου είχαν διακινηθεί οι ιδέες της Αριστεράς, περιγράφονται
δύο εκ δια μέτρου αντίθετες τάσεις, μετά την έλευση του κατακτητή. Υπήρχαν εκείνοι
που αντιστάθηκαν και επέλεξαν να ανέβουν στο βουνό, για να αντισταθούν και
εκείνοι που διάλεξαν να τον υπηρετήσουν, επωφελούμενοι τα υλικά αγαθά που δεν
υπήρχαν για όλους τους υπόλοιπους. Το ήθος των ανθρώπων της δεύτερης αυτής κατηγορίας και πριν την
κατοχή ήταν επιλήψιμη, καθώς ζούσαν σε βάρος των άλλων και κερδοσκοπούσαν,
αδικώντας τους συμπολίτες τους. Πέρα από όσους ανέβηκαν στο βουνό, υπήρχαν κι
εκείνοι (αναφέρονται δύο περιπτώσεις) που συγκέντρωναν τρόφιμα και τα μετέφεραν
στους αντάρτες στο βουνό. Η δράση τους είχε γίνει αντιληπτή από τους συνεργάτες
των Γερμανών, πράγμα που πλήρωσαν έπειτα με τη ζωή τους, καθώς βρέθηκαν στη
λίστα των δοσίλογων και εκτελέστηκαν. Όσοι παρέμειναν στο χωριό διαβίωναν κάτω
από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Ήταν άνθρωποι απλοί και ενάρετοι, όμως αυτό
δεν ήταν αρκετό για να τους γλιτώσει από τον θάνατο. Εκτελέστηκαν άνδρες από
όλες σχεδόν τις οικογένειες του χωριού, άνθρωποι όλοι τους νέοι, ακμαίοι,
ενάρετοι που άφηναν πίσω τους μέλη απροστάτευτα. Άλλοι από αυτούς εκτελέστηκαν
λόγω της αντιστασιακής τους δράσης και άλλοι εξαιτίας ιδιωτικών διαφορών με την
οικογένεια των καταδοτών. Η σκληρότητα και η αναλγησία των δοσίλογων
προβάλλεται σε κάθε ευκαιρία από τον δημιουργό του ποιήματος. Παρουσιάζονται να
«κάνουν σεΐρι» την διαδικασία της εκτέλεσης και να «γελοχαχαρίζουν» μετά την
από αυτήν.
Το
συγκεκριμένο ποίημα αποτελεί μια πολύ σημαντική μαρτυρία, που ως πηγή απηχεί
την έντονη αντιστασιακή δράση της ιδιαίτερης πατρίδας του δημιουργού, το βαρύ κλίμα
του φόβου, εξαιτίας της παρουσίας των δοσίλογων που ανάγκαζε πολλούς από τους
κατοίκους να μένουν στην εξοχή ή στο βουνό και να βλέπουν σπάνια τους οικείους
τους, το ασύλληπτο δράμα των ανθρώπων που εκτελέστηκαν και την απόλυτη
απελπισία των οικογενειών που έμειναν εντελώς απροστάτευτες. Η συναισθηματική
φόρτιση του δημιουργού αποτυπώνεται σε κάθε στίχο και το αίσθημα της αδικίας
και της ανείπωτης συμφοράς που προκλήθηκε στον τόπο του από τους καταδότες τον
κάνει ποιητή και του δημιουργεί πολύ έντονη την ανάγκη να αφήσει πίσω του ένα
γραπτό μνημείο που θα κρατήσει για πάντα ζωντανή τη θύμηση, για να μην
επιτραπούν αντίστοιχες τραγωδίες στο
μέλλον. Αποτελεί μια σημαντική κατάθεση για την τοπική ιστορία, που συμβάλλει
στην προσέγγιση της αλήθειας, η οποία είναι αιχμηρή, αλλά δεν πρέπει να
αποσιωπάται, γιατί όπως αναφέρει και ο Πολύβιος: Ὥσπερ γὰρ ζώου τῶν
ὄψεων ἀφαιρεθεισῶν ἀχρειοῦται τὸ ὅλον, οὕτως ἐξ ἱστορίας ἀναιρεθείσης τῆς
ἀληθείας τὸ καταλειπόμενον αὐτῆς ἀνωφελὲς γίνεται διήγημα[12]. (Πολύβιος, Ἱστορίαι
1.14.4)
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Του
Μάη την εικοσιμιά ήταν ημέρα Τρίτη
που
οι Γερμανοί επέδραμαν και σκλάβωσαν την Κρήτη
να
της σκορπίσουν συμφορές, να την μαυροφορέσουν,
να
σφάξουν, να σκοτώσουνε, να κάνουν ό,τι μπορέσουν.
‘Ηλθαν
στην Κρήτη οι Γερμανοί, όμως για να σταθούνε, 5
παντού
άρχισαν να ψάχνουνε τσανάκια τους να βρούνε.
Όμως
της Κρήτης ο λαός, που θέλει ελευθερία,
ευθύς
εβγήκε στο βουνό με πίστη και θυσία.
Άλλοι
εβγήκαν στα βουνά κι άλλοι στις πολιτείες,
παλεύουν
μ’ αφοσίωση, στερήσεις και θυσίες. 10
Όσοι
‘χαν πατριωτισμό, γέροι, μικροί μεγάλοι,
Καθένας για τη λευτεριά, κάτι για να συμβάλει.
Βρέθηκαν
όμως και πολλοί δίχως Ελλήνων αίμα
κι
αντίς να πολεμήσουνε, από τον φόβο ετρέμαν.
Δεν
‘θέλαν κακοπέραση, δίχως ψωμί τα χόρτα, 15
κι
ετρέξαν να σκουπίσουνε του βάρβαρου την μπότα.
Θέλανε
καλοπέραση, ΄θέλαν ασυδοσία,
κι
αυτά τα ξαγοράζανε, με μαύρη προδοσία.
Πολλοί
παρουσιάστηκαν και γίναν κεσταμπίτες,
για
να προδώσουν στον εχθρό, τόσες χιλιάδες Κρήτες. 20
Βγήκαν
από πολλά χωριά και από πολιτείες,
λαός
ποτέ δε γνώρισε ετόσες προδοσίες.
Βγήκαν
κι από το Μάραθος κάμποσα κατακάθια,
κοινωνικά
αποβράσματα και το χωριό όλο κάψαν.
Δεν
πρέπει να ξαφνιάζεστε, δεν είν’ μεγάλο πράμα, 25
Χνάρηδες
ονομάζονται κι είν΄ όνομα και πράμα.
Ποτέ
δεν εδουλέψανε στα χρόνια όπου ζούσαν,
μόνο
με τους εκβιασμούς και τις κλεψιές περνούσαν.
Σαν
ήλθανε οι Γερμανοί και σκλάβωσαν την Κρήτη,
εβρήκαν
το επάγγελμα του μαύρου κεσταμπίτη. 30
Κούβο
και Πολιουδάκηδες εκάμανε παρέα
και
των αθρώπω τα οζά εκλέβαν με αέρα.
Βούγια,
γαϊδάρους και οζά εκλέβαν των αθρώπω
και
κάναν τους νοικοκυρούς, χωρίς κανένα κόπο.
Εκείνοι
που δουλεύανε, είλωτες μέρα νύχτα, 35
μέρες
εμέναν νηστικοί, γιατί ψωμί δεν είχαν.
Με
προδοσές οι Χνάρηδες περνούσαν σας αγάδες,
είχανε
ρύζι, βούτυρο και μπόλικους παράδες,
Τσιγάρα,
στάρι μπόλικα ΄π΄ τους Γερμανούς επαίρναν,
το
πλήρωναν με προδοσές και πατριώτων αίμα. 40
Πήγανε
σε πολλά χωριά και κάμαν εκτελέσεις,
τους
πατριώτες τους καλούς εβγάλαν απ’ τη μέση.
Στ΄
Ανώγεια και στου Σοκαρά δεκάδες εκτελέσαν,
μάνες,
γυναίκες κι ορφανά πολλά μαυροφορέσαν.
Δεν
είναι μόνο ο Σοκαράς, Μάραθος και τ΄ Ανώγεια, 45
που
κάμανε όποιος περνά ν’ ακούει μοιρολόγια.
Σ’
όλη την Κρήτη πρόλαβαν και κάμαν προδοσίες
κι
αφήνανε παιδιά ορφανά και τις γυναίκες χήρες.
Αδύνατο
‘ναι άνθρωπος να κάτσει να συντάξει
των
Χνάρηδων τις προδοσές εις το χαρτί να γράψει. 50
Τέσσερα
αδέρφια ήτανε και συναγωνιστήκαν
κι
απ΄ όπου κι αν επέρασαν μαύρες πληγές αφήκαν.
Μιχάλης,
Γιώργης, Άριστος, μαζί με τον Μανώλη
δεν
ήσαν μόνο στα χωριά, πήγαιναν και στην πόλη.
Τα
σχέδια τους έκανε ο σκύλος ο μεγάλος, 55
όπου
δεν προλαβαίνει ο είς, επήγαινε ο άλλος.
Κανείς
δεν επερίμενε ετόση ανανδρία,
πως
θα προδίδαν χωριανούς χωρίς καμιά αιτία.
Μα
για να φαίνονται αρεστοί πάντα στ’ αφεντικά τους,
να
τους-ε δίνουν τρόφιμα να ρίχνουν στην κοιλιά τους, 60
δεν
εσκεφτήκανε παιδιά, τις μάνες δεν πονούνε,
για
να ‘χουν την αβάντα τους τους χωριανούς πουλούνε.
Μανάδες
πού το ξέρετε, τό ΄βανε το μυαλό σας
πως
στο χωριό χαϊδεύετε τους χάρους των παιδιώ σας;
Στις
δεκατρείς του Νοεμβριού μες στο σαράντα τρία 65
το
Μήτσο πρώτο πιάσανε χωρίς καμιά αιτία.
Άχι
κι ας σ’ τό ΄λεγε κανείς, αξέχαστε Δημήτρη,
την
Παρασκή ξημέρωμα, που ‘φυγες απ’ το σπίτι,
πως
τό ΄γραψε η τύχη σου πίσω να μη γυρίσεις,
…………………………………………………
για
να φιλήσεις μια φορά ακόμα τα παιδιά σου, 70
μαζί
με τη γυναίκα σου και τη γριά μαμά σου.
Άφησες
τέσσερα ορφανά και τη γυναίκα χήρα,
οι
άτιμοι το θέλανε, δεν τό ‘γραφε η μοίρα.
Εμπήκες
στο Ηράκλειο και γύρω σου κοιτούσες
και
έβλεπες τους Γερμανούς κι όλος αγαναχτούσες. 75
Ποιος
να ΄ναι που σε τράβηξε, ποιανού προδότη χέρι
……………………………………………………
και
μέσα στο υπόγειο σε ΄βάνουν και σε κλειούνε,
για
να σε πάνε στη Μιαμού να μη σε ξαναδούμε.
Επέρασε
η Παρασκευή, βραδιάζει το Σαββάτο
κι
αρχίσανε στο σπίτι σου να γίνονται άνω κάτω. 80
Ξημέρωσε
η Κυριακή, κατρακυλά η Δευτέρα,
κανένας
δεν εβρίσκετο να μας-ε πει για σένα.
Μουλοδημήτρη,
οι άτιμοι σε ‘φάγαν δίχως λόγο,
μα
ο κόσμος σε κατάταξε στην τάξη των ηρώων.
Κλάψανε
φίλοι και δικοί και στενοχωρηθήκαν, 85
μα
δέκα μήνες ύστερα άλλα κακά μας βρήκαν.
Εσύ
κοιμάσαι αιώνια, το αίμα σου ποτίζει,
το
δέντρο της ελευθεριάς καθημερνώς τ’ ανθίζει.
Ο
κόσμος εκαμάρωνε της λευτεριάς το δέντρο
κι
οι Χνάρηδες συνέχιζαν της προδοσάς το έργο. 90
Τον
Αύγουστο εικοσιμιά πριν να χαράξει η μέρα,
Αχ!
Πώς θα την ξεχάσομε τη σκοτεινή Δευτέρα.
Τρεις,
μετά τα μεσάνυχτα τον τόπο εκυκλώσαν,
άστρα
‘χε ακόμη ο ουρανός και δυο μας εσκοτώσαν.
Γιάννης
ο Βρέτζος είν’ ο είς και το θυμάμαι ακόμα, 95
αφήνει
δυο παιδιά ορφανά, χήρα, κοιλιά στο στόμα,
Νέος
εικοσιοχτώ χρονώ με νιάτα και με χάρη
κι
όμως τον εσκοτώσανε οι ρουφιανιές του Χνάρη.
Στην
άλλη άκρη του χωριού, στο πιο ακριμιό σοκάκι
εκεί
ετραυματίσανε το Γιώργη το Λιβάκη, 100
Δεν
εσκοτώθη στην αρχή, γιατί ήτονε σκοτίδι,
Μονό
τον ετελείωσε το χτήνος Γερωνυμίδης.
Σαν
κυπαρίσσι λυγερό ήτονε το κορμί σου,
νέος
δεκαεννιά χρονώ απάνω στην ακμή σου.
Σαν
την καμπάνα είχες φωνή μέσα στην εκκλησία, 105
χάνει
η ΕΠΟΝ τον αρχηγό, διπλή ΄ν΄ η απωλεία.
Σαν
εκυκλώσαν το χωριό οι Ούνοι κι οι προδότες,
επήγαν
κι εχτυπήσανε των Χνάρηδων τις πόρτες.
Οχτώ
προδότες πήγανε από την ίδια φάρα,
σήκω,
Μιχάλη, να ντυθείς, να κατεβείς τη σκάλα. 110
Ξύπνησε
και τ’ αδέλφια σου κι όλη τη συμμορία,
ετοιμαστείτε
γρήγορα κι έχομε υπηρεσία.
Πάρτε
και την κατάσταση μαζί να την κρατούμε
που
γράφει τα ονόματα που θα εκτελεστούνε.
Μπαίνουνε
μέσα στο χωριό και σπείρουνε τον τρόμο, 115
τον
κόσμο συγκεντρώσανε απάνω προς το δρόμο.
Μόνο
η Χνάραινα έλλειπε και μερικοί δικοί του
που
ήταν συνεργάτες του κι υπό την προσταγή του.
Ο
Χνάρης μ’ ένα λύγισμα που κάνει του κορμιού του,
αναφορά
στα γρήγορα δίνει τ’ αφεντικού του. 120
Λείπουν
ακόμη μερικοί, μα τούτο το φοβούμαι,
παρόλο
που τους γράφομε, δύσκολα θα τους βρούμε.
Όμως
σου δίνω υπόσχεση πως δε θα σταματήσω,
θα
κινηθώ δραστήρια να τους ανακαλύψω.
Στείλε
μου δύναμη ισχυρά, να την καθοδηγήσω 125
κι,
απ’ όσους λείπουν, ζωντανό κανένα δε θ’ αφήσω.
Στη
μια μεριά στέκει ο Τζουλιάς κι οι Χνάρηδες στην άλλη
κι
ελέγχουν τις ταυτότητες με προσοχή μεγάλη.
Πιάνουν
και την κατάσταση κι ονόματα φωνάζουν
κι
όσους παρόντες βρίσκουνε σε μια γωνιά τους βάζουν. 130
Ο
πρώτος που είπε το παρόν είναι ο Βλατάς ο Σήφης,
τριάντα
δυο μερώ γαμπρός χήρ’ άφησε τη νύφη.
Βγάζουν
ακόμα δώδεκα για συμπληρωθούνε
που
όλων τα ονόματα θα πρέπει να τα πούμε,
για
να γραφτούν καμιά φορά κι αυτοί στην ιστορία 135
να
τους φωνάζουν οι λαοί κι η μνήμη αιωνία.
Κώστα
μας, αλησμόνητε, Παπαδομιχελάκη,
‘πού
΄φηκες την κανακαρά μαζί με το Γιαννάκη.
Τόσο
καιρό εξέφευγες, δεν εκοιμόσουν μέσα,
τώρα
τα λόγια ‘πού ‘πανε σε πλανέσαν. 140
Πρωί
πρωί σηκώθηκε, τον είδε η Ειρήνη.
«-Άχι,
κουνιάδο, τι έκαμες; Μέσα ‘θελα ξωμείνεις;».
Μ’
ένα γλυκό χαμόγελο της απαντά κι εκείνος:
«-Ότι
θα γίνουν οι πολλοί, πάω κι εγώ να γίνω».
Γιατί
να μην την-ε κρατάς πάντα στο λογισμό σου 145
την
τελευταία συμβουλή που σού ‘δωσ’ ο αδερφός σου;
Κι
αρώτησες και σού ‘πανε πού είν’ ο αδερφός σου;
…………………………………………………………
Δεν
σκέφτουσουν τη θέση σου, μον’ έτρεμε η καρδιά σου
μην
τύχει κι είναι στο χωριό μέσα να τον-ε πιάσουν. 150
Άραγε
της γυναίκας σου της το κρατά γραμμένο
πως
τότε δε σε στόλισε, που σ’ είχε μαθημένο;
Μ’
αυτή δεν το φαντάζετο πως τό ‘θελαν οι βρώμοι
για
πάντα να χωρίσετε και σ’ ανημένει ακόμη.
Κι
εσένα σε σκοτώσανε Χνάρηδες και Τζουλιάδες, 155
κλαίει
ο αδερφός κι η μάνα σου κι οι έξι σου αδερφάδες.
Κλαίει
σε κι η γυναίκα σου, μοναδικό της στύλο
π’
άφησες το Γιαννάκη σου και κλαίει σε κι εκείνο.
Κι
εσύ, αγαθέ Χαράλαμπε, άχολο περιστέρι,
για
τη δολοφονία σου κανείς δεν το πιστεύει. 160
Υπόδειγμα
νοικοκυρού ήσουν Περυσινάκη
ποτέ
σου δεν εψύχρανες ούτε μικρό παιδάκι,
Ποιον
έβλαψες, ποιον πείραξες σε όλη τη ζωή σου,
που
μόνο με τον κόπο σου έβγανες το ψωμί σου;
Κλαίει
η Δασκαλάκαινα τον γιο της τον Μιχάλη, 165
κάτ’
ήξερε να μην το πει κι έπερεπε να πεθάνει,
Δεκαεννιά
χρονών παιδί, μεγάλη η ομορφιά του
κι
εθαύμαζε όλο το χωριό τα προτερήματά του.
Από
μικρός δε γνώρισε τα χάδια του πατέρα,
τ’
ανάθρεψε η μάνα του με μια γριά μητέρα. 170
Πώς
να σας τον διηγηθώ τον Γιάννη Μουντουφάρη,
που
‘χει αδερφή απροστάτευτη, τον είχε για καμάρι;
Τριάντα
δυο χρονών παιδί, ένα ‘χε να πασχίσει,
την
αδελφή την ορφανή να την ‘ποκαταστήσει.
Όμως
ο Χνάρης θέλησε να πάρει τη ζωή του, 175
γιατί
δεν υποτάσσεται σε θέληση δική του.
Ο
Σταύρος κι ο Χαράλαμπος, οι δυο αδερφοί Κλινάκη
αγκαλιασμένοι
βρίσκονται στου Χάρου το κονάκι.
Τρία
παιδιά ο Χαράλαμπος κι ο Σταύρος άλλα τρία
αφήσανε
μικρά μικρά, με δίχως προστασία. 180
Μα
για τη Χαραλάμπαινα, μεγάλος είν’ ο πόνος,
της
πέθανε η Βαγγελιώ, προτού περάσει ο χρόνος.
Σταύρο,
γλυκέ, αλησμόνητε, με το χαμόγελό σου,
ποιος
άκουσ’ απ’ το στόμα σου το λόγο τον αισχρό σου;
Κι
εσύ, Νικόλαε Βλατά, που ‘ταν ο λογισμός σου 185
πάντα
να ζήσεις, να χαρείς με το μοναχογιό σου.
Είναι
παιδάκι έξυπνο κι ευχόμεθα να ζήσει,
στην
τέχνη και στη μαστοριά να σ’ αντικαταστήσει.
Πολλές
φορές τα τρόφιμα πήγες στον Ψηλορείτη
που
πρόσφερε όλος ο λαός που πόναγε την Κρήτη. 185
Κι
όταν ο Χνάρης τό ‘μαθε, απ’ το κακό του αφρίζει
κι
ερχότανε και σού ‘λεγε έξω να μην πορίζεις.
Σ’
όλους αυτό το λέγανε, μα είχαν το σκοπό τους.
…………………………………………………..
Στο
λάκκο απού βρίσκονται στο Καβροχώρι άλλοι,
εκεί
μαζί’ ν’ ο ταπεινός ο Κλίνης ο Μιχάλης. 190
Έρημ’
αφήκε ένα παιδί, που δε γνωρίζει μάνα,
οι
Χνάρηδες δεν σκέφτουνταν τα ορφανά που ‘κάμαν.
Ο
Χνάρης το καυχήθηκε πως θα τον-ε ξεβγάλει,
γιατί
επήγε κι άλεσε στον Αλμυρό κριθάρι,
για
να το κάνουνε ψωμί, να πάνε στην ομάδα, 195
να
φαν αυτοί που πάλεψαν για λεύτερη Ελλάδα.
Εκεί
μαζί σκοτώσανε τον Γιάννη Παλαιάκη,
κάποτε
δεν εγίνηκε των Χνάρηδων τσανάκι..
Ήρωας
του Αλβανικού από τις πρώτες μέρες
κι
όμως τον εσεβάστηκαν από τις πρώτες μέρες. 200
Μα
οι Χνάρηδες του είχανε από παλιά μανία,
δεν
έπρεπε να χάσουνε αυτή την ευκαιρία.
Μα
ο Χναρογιώργης γίνηκε ‘πό τη μανιά του Τούρκος,
-Κάθισ’
αυτού που κάθεσαι του λέει με μανία,
μα
δε θα πάθεις τίποτε, θα πάτε αγγαρεία. 205
Βάζουν
και τρεις Πρινάρηδες, οι Χνάρηδες θυμούνται,
μια
διαφορά ‘χανε παλιά, τώρα να εκδικηθούνε.
Δυο
νέους και τον θείο τους, τον Γιάννη τον Πρινάρη
που
είχε ολάσπρα τα μαλλιά, γιατί ‘ταν εξηντάρης.
Οχτώ
παιδιά άφησ’ ορφανά και μια γυναίκα χήρα, 210
που
τώρα αναστενάζουνε με δίχως προστασία.
Τους
νεαρούς Πρινάρηδες, Μανώλη και το Νίκο
κι
εκείνους τους σκοτώσανε άδικα των αδίκω.
Πρώτα
ξαδέρφια ήτανε σε νεαρή ηλικία,
ποτέ
δεν εγνωρίσανε το τι θα πει κακία. 215
Ο
Νίκος, δεκαφτά χρονώ, μεγάλο μέλλον είχε,
κανένας
άλλος στο χωριό τέτοια ψυχή δεν είχε.
Μα
και του Κώστα ο Μανωλιός τα εικοσιένα κλείνει,
που
είχε φωνή μελωδική σαν να ‘ταν καναρίνι.
Άμα
τους συγκεντρώσανε κι έγιν’ η όρεξή τους 220
……………………………………………………
Στο
ίδιο αυτοκίνητο μπαίνουν και ξεκινούνε
και
εις τη διακλάδωση Τυλίσου σταματούνε
Μένουν
οι Χνάρηδες εκεί και προχωρεί τ’ αμάξι
και
λίγο εις τη Γέφυρα του Γάζι πριν να φτάξει
στρίβει
τ’ αμάξι δεξιά και φτάνει Καβροχώρι 225
κι
ο κόσμος που ‘ναι φανερά ανύποπτος τους θώρει.
Εκεί
τους διατάσουνε όλοι να κατεβούνε
………………………………………………………..
οι
δεκατρείς Μαραθιανοί που ήσαν εις τ’ αμάξι
έντεκα
Έλληνες δήμιοι τους βάζουν εν παρατάξει.
Τους
δείχνουν προς τον ποταμό και λίγο προχωρούνε, 230
είναι
δραματικές στιγμές εκείνες που περνούνε.
Αρχίσαν
την εκτέλεση κι η λαγκαδιά εσώπα
απ’
τις ριπές που βγάζανε τα μαύρα πολυβόλα.
Στην
τελευταία τους στιγμή στον πόνο τον μεγάλο
τρέχει
όποιος προλάβαινε κι αγκάλιαζε τον άλλο. 235
Όλοι
οι Καβροχωριανοί ήσαν συγκεντρωμένοι,
το
δράμα παρακολουθούν με την καρδιά σφιγμένη.
Οι
Χνάρηδες δε χάνουνε κι αυτό το πανηγύρι,
‘πού
τσι Κουμπέδες κάθουνται και κάνουνε σεΐρι.
Μπαίνουνε
στ’ αυτοκίνητο και Μάραθος γυρίζουν, 240
γι’
αυτούς δεν ήταν τίποτα και γελοχαχαρίζουν.
Κι
οι λίγοι όπου εμείνανε δε μπόρουν να ησυχάσουν,
αφού
δεν δίναν, τα σκυλιά, άδεια να τους θάψουν.
Εγύρισεν
ο πρόεδρος από το Καβροχώρι,
γιατί
η ψυχή του πόνεσε άταφους που τους θώρει. 245
Την
Παρασκή κατόρθωσε άδεια να τους δώσουν
κι
επήρε Καβροχωριανούς να παν να τους πετρώσουν.
Ένα
χαντάκι ανοίξανε εκεί που τους σκοτώσαν
κι
επήγαν οι Μαραθιανοί κι όλοι μαζί τους χώσαν.
Δεν
τελειώνει το κακό, γιατί την άλλη μέρα 250
από
την Τύλισσο άσχημα μαντάτα μας εφέραν.
Ο
αρχηγός των Χνάρηδων υπόσχεση είχε δώσει
όλους
που λείπουν ‘π’ το χωριό, πως θα τους εξοντώσει.
Έγραψε
τα ονόματα κι είπε στους κεσταμπίτες
όλους
να τους σκοτώσετε, όπου και να τους βρείτε. 255
Την
άλλη μέρα το πρωί στην Τύλισσο περνούσε
στο
δρόμο και το ζώο του ανύποπτος λαλούσε,
Διονύση
τον ελέγανε, τ’ άλλο του Δασκαλάκη
στο
Καβροχώρι είν’ άταφο τ’ άλλο του τ’ αδερφάκι
Ερχόταν
‘πού τη Μεσαρά την πρωινήν εκείνη, 260
χωρίς
να ξέρει στο χωριό αυτά που έχουν γίνει.
Οι
Γερμανοί τον πιάσανε κι ύστερα τον αφήκαν.
κι
οι ντόπιοι στην κατάσταση του Χνάρη τον ευρήκαν.
Εικοσιδυό
χρονώ μαρτύρια του ξώσαν,
βάρβαρα
τον βασάνισαν κι ύστερα τον σκοτώσαν. 265
Περνά
ο χρόνος κι ο καιρός, όμως οι εδικοί σας
μέρα
και νύχτα σκέφτουνται για την εκδίκησή σας.
Σας
χάσαμε δεκαεφτά και όλοι σας πονούμε
και
με σφιγμένη τη γροθιά εκδίκηση ζητούμε.
Ελάτε,
κτήνη, μια στιγμή να δείτε τις δουλειές σας 270
να
δείτε τ’ αποτέλεσμα από τις προδοσές σας.
Εικοσιπέντε
ορφανά κι ακόμα εννιά χηράδες
κι
όλο το άλλο το χωριό μαύρο σαν αραπάδες.
Κλείνω
με γόνυ ευλαβικά στον τάφο των ηρώων
κι
όρκο μεγάλο δίνομε μπροστά στον κόσμον όλον 275
πως
δε θα σταματήσομε στα χρόνια που θα ζούμε
……………………………………………………………
Ποτέ
δε θα ξεχάσομε η μαύρη αυτή ιστορία
και
να σας λέμε ,αδέρφια μας, τη μνήμη αιωνία. 278
Επάνω φυλακές Ηρακλείου
10 Γενάρη 1946\
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
·
Κρεμμυδάς
Β. 1984. Ιστορία Νεότερη – Σύγχρονη. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
·
Λεμονίδου,
Ε. (2015). "Επίμαχα ή συγκρουσιακά ζητήματα στο μάθημα της Ιστορίας στη
Γαλλία", στο ", στο Κόκκινος, Γ., Μαυροσκούφης, Δ. [επιμ.](2018) Το τραύμα, τα συγκρουσιακά θέματα και οι
ερμηνευτικές διαμάχες στην ιστορική εκπαίδευση. Αθήνα: Ταξιδευτής.
·
Μαυροσκούφης,
Δ., (2015). «Συγκρουσιακά Θέματα και Επίλυση Προβλημάτων στο Μάθημα της
Ιστορίας» στο: Το Τραύμα, τα Συγκρουσιακά
Θέματα και οι Ερμηνευτικές Διαμάχες στην Ιστορική Εκπαίδευση. Αθήνα:. Ρόδον.
·
Σπανάκης
Στ., 1991. Πόλεις και χωριά της Κρήτης, τ. Β
·
Φαφουτάκης
Π., 1889 Συλλογή ηρωικών κρητικών ασμάτων…., εκ του τυπογραφείου της
Αθηναΐδος, Αθήναι.
Δικτυογραφία
·
https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30
Μνήμες
από την κατοχή στην Ελλάδα, οδηγός για εκπαιδευτικούς. (τελευταία πρόσβαση
30.12.2023).
·
https://www.mixanitouxronou.gr/gia-24-meres-anatinazan-ta-anogeia-i-germaniki-diatagi-gia-isopedosi-toy-chorioy-kai-ektelesi-olon-ton-andron/
(τελευταία πρόσβαση 30.12.2023).
[1]«Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τις έρευνές του,
για να μη ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους, μήτε έργα
μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους
βαρβάρους, να σβήσουν άδοξα· ιδιαίτερα γίνεται λόγος για την αιτία που αυτοί
πολέμησαν μεταξύ τους.»Μετάφραση από την Πύλη της Ελληνικής Γλώσσας.
[2]
Στο:https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30
Μνήμες από την κατοχή στην Ελλάδα, οδηγός για εκπαιδευτικούς.
[3] Μαυροσκούφης 2018,
σ.121.
[4] Λεμονίδου 2015,203.
[5] Κρεμμυδάς 1984.
[6] Η χρονολόγηση συχνά εξάγεται από εσωτερικά
στοιχεία του ποιήματος: «[…] Τα χίλια οχτακόσια δεν έφταξε το έτος, / εκ του
Δασκάλου τον καιρόν δεκάξε χρόν’ οφέτος, / που ‘βάστου στο σακούλι μου μπένα,
χαρτί μελάνη / και το τραγούδι τό ‘γραψα του Δάσκαλου του Γιάννη […]».
Παύλος Φαφουτάκης, Συλλογή ηρωικών κρητικών ασμάτων…., εκ του
τυπογραφείου της Αθηναΐδος,
Αθήναι 1889, σσ. 40, στίχ. 1015-1018.
[7] Η έρευνα πεδίου έχει
δείξει ότι συχνά οι κληρονόμοι, ολιγογράμματοι και οι ίδιοι, αδυνατούν να
εξοικειωθούν με τον γραφικό χαρακτήρα του κειμένου που έχουν στην κατοχή τους
και γι’ αυτό αγνοούν το περιεχόμενό του.
[8]Το χωριό Μάραθος
Μαλεβιζίου, στο 20 χιλιόμετρο του παλαιού δρόμου προς το Ρέθυμνο, το 1940
αριθμούσε 403 κατοίκους. Βλ. Στέργιος Σπανάκης 1991, σ. 501.
[9] 13 Αυγούστου – 5
Σεπτεμβρίου 1944., Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: https://www.mixanitouxronou.gr/gia-24-meres-anatinazan-ta-anogeia-i-germaniki-diatagi-gia-isopedosi-toy-chorioy-kai-ektelesi-olon-ton-andron/
(τελευταία πρόσβαση 30.12.2023).
[10] 17 Αυγούστου
1944.
[11] 21 Αυγούστου 1944
[12] Όπως ακριβώς, όταν ένας ζωντανός
οργανισμός χάσει τα μάτια του αχρηστεύεται ολόκληρος, έτσι κι από την ιστορία
αν αφαιρεθεί η αλήθεια ό,τι απομένει από αυτήν γίνεται ανώφελο (ασήμαντο)
διήγημα.
Σχόλια